|
Σελίδα 1 από 2
Μαρξισμός και Ψυχανάλυση
Σημειώσεις πάνω στη ζωή και το έργο του Βίλχελμ
Ράιχ
Του Alessandro D'Aloia
Το παραπάνω άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην
ιστοσελίδα του Ιταλικού περιοδικού FalceMartello. Η αυθεντική ιταλική του έκδοση μπορεί να βρεθεί στο Marxismo e
psicoanalisi (la figura di Wilhelm Reich). Μετάφραση Άγγελος Ηρακλείδης
Ο Βίλχελμ
Ράιχ (1897-1957) ήταν Μαρξιστής, ψυχολόγος και επιστήμονας. Τα γραπτά του
αποτελούν ανεκτίμητες πηγές για την κατανόηση των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα
στο Μαρξισμό και τη ψυχανάλυση, χωρίς να απαιτούν την εξειδικευμένη προσέγγιση
ή γνώση ενός σπουδαστή ψυχολογίας. Οι προσωπικές του τραγωδίες δείχνουν με ποιον
τρόπο μια σειρά από συνήθως αφηρημένα ζητήματα,
μπορεί να εμφανιστούν και να αλληλεπιδράσουν μέσα στη ζωή ενός ανθρώπου
οδηγώντας σε καταστροφικά αποτελέσματα.
Η εκπαίδευση του
Οι
περισσότεροι ψυχαναλυτές, είτε είναι σπουδαστές, είτε επαγγελματίες, είτε απλοί
ερασιτέχνες, δεν αναγνωρίζουν ούτε τον ιστορικό ρόλο, ούτε τις εργασίες του
Ράιχ. Αυτό το γεγονός έκανε δυνατό πολλοί αναγνωρισμένοι διανοούμενοι, όπως αυτοί
της «Σχολής της Φρανκφούρτης», να λεηλατήσουν με ευκολία τα έργα του (ιδιαίτερα
εκείνα της πιο εμφανούς Μαρξιστικής περιόδου του) χωρίς να αποδίδουν έστω την ελάχιστη
αναγνώριση στο Ράιχ και ακόμα περισσότερο, χωρίς να αντιλαμβάνονται την επιρροή
της σκέψης του στις εργασίες του.
Αυτό έχει σαν
αποτέλεσμα σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν κάποιο ενδιαφέρον για τη
ψυχολογία να μαθαίνουν ελάχιστα παραπάνω από τα κλασσικά έργα του Φρόιντ. Υπάρχει
λοιπόν έλλειψη γνώσης για μια ολόκληρη σειρά από σπουδαίες εργασίες στον τομέα
της ψυχολογίας, όπως αυτές του Ράιχ, οι οποίες είναι απαραίτητο να μελετηθούν
ώστε να κατανοήσει κανείς πλήρως την ψυχανάλυση, τις σύγχρονές της αντιφάσεις
και τη σημερινή ταξική της τοποθέτηση. Εάν αυτές οι εργασίες ήταν ευρύτερα
γνωστές, τα λεγόμενα «μεταρρυθμισμένα» Φροϋδικά αξιώματα θα υποβαθμίζονταν
παντελώς και οι αντιδραστικές τους εμπλοκές θα αποκαλύπτονταν.
Η πλέον
γνωστή εργασία του Ράιχ είναι η «Σεξουαλική Επανάσταση», η οποία δημοσιεύτηκε
στη Βιέννη το 1930. Γενικά τα επιστημονικά του πονήματα έχουν πολύ πλατύτερη
εφαρμογή από του Φρόιντ, και περιλαμβάνουν εργασίες όπως: «Η Λειτουργία του
Οργασμού», «Η Εισβολή της Καταναγκαστικής Σεξουαλικής Ηθικής», «Το Άτομο και το
Κράτος» και «Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού». Ο Ράιχ υπήρξε ενεργό μέλος της
Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρίας (IPS), η οποία είχε ιδρυθεί από τον Φρόιντ. Τον καιρό της πρώτης του δημοσίευσης
(«Η Λειτουργία του Οργασμού») είχε γίνει αποδεκτός από το ευρύ κοινό ως ο πλέον
χαρισματικός από όλους τους μαθητές του Φρόιντ. Αλλά ακόμα και εντός αυτής της
εργασίας υπάρχουν στην ουσία όλα εκείνα τα στοιχεία της σκέψης του, τα οποία
επρόκειτο να τον φέρουν σε σύγκρουση με τον Φρόιντ στη «δεύτερή» του περίοδο.
Ο Ράιχ
συμφώνησε με τον Φρόιντ πως η σεξουαλική ανάπτυξη αποτελεί τη θεμελιώδη
προέλευση της συναισθηματικής διαταραχής. Μαζί εξέφρασαν τις ακόλουθες θέσεις:
το μεγαλύτερο μέρος της ψυχολογικής δραστηριότητας κυριαρχείται από
υποσυνείδητες διαδικασίες. τα παιδιά πολύ σύντομα αναπτύσσουν πολύ
ενεργή σεξουαλικότητα. η σεξουαλική ενέργεια των παιδιών είναι η
αιτία των περισσότερων ψυχολογικών διαδικασιών. η νηπιακή
σεξουαλικότητα καταπιέζεται διαδοχικά και αυτό έχει πολύ σοβαρές συνέπειες για
την συναισθηματική υγεία. η ηθική δεν προκύπτει από κανένα
υπερφυσικό ον ή ως μια σειρά κανόνων, αλλά είναι παράγωγο της επιβαλλόμενης
καταπίεσης πάνω στη σεξουαλικότητα των ατόμων, καθώς αυτά μεγαλώνουν σε ηλικία
και γίνονται από παιδιά, έφηβοι και τελικά ενήλικοι.
Ο Ράιχ συνέχισε
επιζητώντας την ανάπτυξη αυτών των ιδεών και την τεκμηρίωσή τους με πειστικά
ευρήματα. Διερεύνησε και αποκάλυψε τις σχέσεις ανάμεσα στη σεξουαλική ζωή και
την αστική ηθική, έπειτα προχώρησε στην καταγραφή, με τον ίδιο τρόπο, της
σύνδεση της ίδιας της αστικής ηθικής με την αστική σεξουαλική καταπίεση και τις
υποσυνείδητές τις επιδράσεις, που αποτελούν τις βασικές αιτίες των νευρώσεων. Έπειτα
προώθησε την ιδέα πως μια σεξουαλική ζωή απελευθερωμένη από ενοχικά αισθήματα
θα ήταν η καλύτερη θεραπεία για την καταπολέμηση αυτών των νευρώσεων. Κατέληξε
λοιπόν στο συμπέρασμα πως μια τέτοια απελευθέρωση από τη ντροπή και την
καταπίεση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω μιας μη-κυριαρχικής ηθικής,
η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να έλθει μόνο μέσω ενός οικονομικού συστήματος
που θα ξεπερνούσε και να καταργούσε την καταπίεση.
Ωστόσο, ο
Φρόιντ σύντομα θα άλλαζε το περιεχόμενο των σκέψεών του και στην πορεία θα
έσπαζε από εκείνες τις ιδέες που ο Ράιχ συμφωνούσε μαζί του και τις είχαν σαν
κοινή αφετηρία. Το 1926, στο έργο «Η
Απαγόρευση, Σύμπτωμα και Ανυπομονησία», ο Φρόιντ υποστήριζε πως, «…[είναι] η ανυπομονησία που παράγει την καταπίεση και
όχι, όπως πίστευα στο παρελθόν πως η καταπίεση παράγει την ανυπομονησία…».
Αυτό αποτελούσε στροφή 180 μοιρών. Η νέα θεωρία του Φρόιντ υποστήριζε πως η
ανυπομονησία (σεξουαλική ανησυχία) ήταν κάτι ενδογενές, προερχόμενο εσωτερικά
από τη ψυχή του ατόμου. Έτσι, ο Φρόιντ δε θεωρούσε πλέον πως ήταν παράγωγο από
κοινού και εξωτερικών, κοινωνικών συνθηκών. Όλοι οι εξωτερικοί, αντικειμενικοί,
περιβαλλοντικοί παράγοντες απλά απορρίπτονταν από τις αναλύσεις του Φρόιντ.
Το σύνολο των
νέων ιδεών του Φρόιντ αποτέλεσαν το όχημα για όλες εκείνες τις θεωρίες που
υποστηρίζουν πως όλα τα ανθρώπινα «σφάλματα» είναι έμφυτα στη φυσική ύπαρξη
ανδρών και γυναικών (για παράδειγμα, η ιδέα πως υπάρχει ένα γονίδιο που
προκαλεί την εγκληματικότητα). Αυτό είναι σε πλήρη αντίφαση με την υλιστική
αρχή που υποστηρίζει πως οι κοινωνικές συνθήκες της ανθρωπότητας καθορίζουν τη
γενική και την ατομική συνείδηση – όχι αντίστροφα. Από τη στιγμή που ο Φρόιντ
απέρριψε την υλιστική φιλοσοφία, οι θεωρίες του δε μπορούσαν παρά να αποτελέσουν
τίποτα περισσότερο από την έκφραση της αποδοχής της κοινωνίας ως έχει και με
συνέπεια να αποκλείει την πιθανότητα διαμόρφωσης πραγματικών λύσεων για τα
ιατρικά προβλήματα που διερευνώνται.
Αυτές οι
αλλαγές στη θέση του Φρόιντ συνέβησαν σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο – στα
τέλη της δεκαετίας του 1920. Τότε η γενική διάθεση ήταν πως με τη διαφαινόμενη
ασταμάτητη άνοδο του Ναζισμού, οι φασίστες σίγουρα θα διέλυαν την IPS, εάν αυτή δεν άλλαζε τα
θεωρητικά της θεμέλια. Όπως φάνηκε, οι απειλές για καταστολή οδήγησαν στο να
επηρεαστεί η σκέψη πολλών αστών διανοουμένων από το φόβο του Ναζισμού. Αυτό
ισχύει ακόμα και για επιστήμονες που είναι υπεράνω κάθε υποψίας για συμπάθεια
προς τους Ναζί. Ο Φρόιντ ήταν απλά ένας από τους αστούς επιστήμονες που
επηρεάστηκαν με αυτόν τον τρόπο.
Η εργασία του
Ενώ ο Φρόιντ ασκούσε αυτολογοκρισία, το 1928 ο Ράιχ τόλμησε να γίνει
μέλος του Αυστριακού Κομμουνιστικού Κόμματος (ACP). Γρήγορα έδειξε στοιχεία πολύ ενεργού αγωνιστή. Ήταν πεπεισμένος, σαν
αποφασισμένος Μαρξιστής, πως ο μόνος τρόπος για να φέρει κανείς σε πέρας
αποτελεσματική δράση ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα ήταν μέσω της πολιτικής
δράσης, οργανωμένης από τους ίδιους τους εργάτες στους χώρους εργασίας τους.
Την ίδια χρονιά ο Ράιχ, μαζί με άλλους αριστερούς γιατρούς, ίδρυσαν την Σοσιαλιστική Ένωση για Σεξουαλική Υποστήριξη
και Έρευνα. Αυτή η ομάδα υποστηριζόταν από το ACP και οργάνωνε «κέντρα ψυχολογικής
υποστήριξης». Ο στόχος τους ήταν να γίνουν τα πρώτα κλινικά κέντρα που θα
δέχονταν ως ασθενείς εργαζομένους και θα αφοσιώνονταν
στα ψυχολογικά τους ζητήματα– πολύ καλύτερα από το να κουράρουν βαρεμένους
αστούς, που ήταν οι φυσικοί πελάτες των Φροϋδικών.
Πρέπει κανείς
να λάβει υπόψη πως ο Ράιχ δεν είχε μια ουτοπική αντίληψη σχετικά με το ζήτημα
πώς μπορούν να λυθούν οι ψυχολογικές ασθένειες των μαζών. Αυτό αποδεικνύεται
από την πεποίθησή του πως οι νευρώσεις και οι συναισθηματικές διαταραχές
παράγονται από μια δοσμένη κοινωνική δομή που είναι καπιταλιστική και
ολοκληρωτική, όπως και από το επιστημονικά ορθό συμπέρασμα πως συντρίβοντας τον
καπιταλισμό και χτίζοντας μια σοσιαλιστική κοινωνία, και ως εκ τούτου
απαλλάσσοντας την κοινωνία από αυτά τα αρνητικά χαρακτηριστικά, οι ψυχολογικές
διαταραχές θα καθίστατο απίθανες.
Η νέα
ερευνητική ένωση του Ράιχ απολάμβανε ένα μακρύ πελατολόγιο, το μέγεθος του
οποίου επέτρεπε τη διεξαγωγή εξαντλητικών, συνεπών και μεγάλης συχνότητας και
έκτασης μελετών. Φυσικά, αυτό παρείχε κάποια άμεσα οφέλη στους
εργάτες-ασθενείς. Απασχολούμενοι με ένα μεγάλο αριθμό κλινικών περιπτώσεων,
πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που οι Φροϋδικοί αναφέρουν στη δική τους δουλειά, ο Ράιχ
μπορούσε να παρέχει εξαιρετική στατιστική επεξεργασία στην έρευνά του, η οποία
τροφοδοτούσε τα συμπεράσματά του. Οι εργασίες που ακολούθησαν θα περιελάμβαναν έναν ασύγκριτα μεγαλύτερο αριθμό παρατηρήσεων
και περιπτώσεων από αυτόν που παρουσίαζαν οι «ανταγωνιστές» του.
Αυτές οι
εμπειρίες έδιναν επίσης στον Βίλχελμ Ράιχ μια βαθιά κατανόηση πολλών κοινωνικών
προβλημάτων. Για παράδειγμα, ο τεράστιος αριθμός περιστατικών ανεπιθύμητης
εγκυμοσύνης που αυξανόταν σαν αποτέλεσμα μιας περιόδου εξαναγκαστικής
«δημογραφικής ανάπτυξης». Οι εμπειρίες του με εργάτες ισχυροποιούσαν επίσης την
αντίθεσή του στην ανόητη ιδέα της ασηπτικής κλινικής εργασίας, η οποία ήταν η
μέθοδος που όλοι οι άλλοι «επαγγελματίες» χρησιμοποιούσαν εκείνη την περίοδο.
Ένιωθαν πως ήταν τελείως άχρηστο και ανώφελο να θέτει κανείς το ερώτημα της
σύνδεσης της ψυχικής ασθένειας με τις πιθανές κοινωνικές της αιτίες.
Ο Ράιχ έγραψε
τα ακόλουθα σχετικά με τις εμπειρίες εκείνης της εποχής:
«Στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν
είχαμε κανένα σοβαρό λόγο να δώσουμε στους ανθρώπους
μια κατάλληλη ιατρική διάγνωση. Αντίθετα, το να χρησιμοποιήσουμε ένα τέτοιο
εργαλείο θα σήμαινε πως κλείνουμε τα μάτια μπροστά στο βασικό πρόβλημα. Αυτό θα
ήταν ηλίθιο, παρά εγκληματικό για τη μητέρα και το παιδί…εκείνες οι γυναίκες,
εκείνα τα κορίτσια ήταν τελείως ανίκανα να αγαπήσουν ένα παιδί, να το
φροντίσουν, να το βοηθήσουν να μεγαλώσει και να μην καταστρέψει τη ζωή του.
Όλες εκείνες οι γυναίκες, χωρίς καμία εξαίρεση, ήταν τελείως διαταραγμένες από
συναισθηματική άποψη. Όλες τους, χωρίς καμία εξαίρεση και πάλι, είχαν μια
διαταραγμένη σχέση (αν υπήρχε καμία) με τον άνδρα που τους δημιούργησε το
πρόβλημα. Ήταν ψυχρές, κομματιασμένες
από την καταπίεση, σαδίστριες βαθιά στη συνείδησή του ή ανοιχτά μαζοχίστριες…στις περισσότερες
περιπτώσεις είχαν τρία ή έξι παιδιά ή απλά έφερναν στο κόσμο τα παιδιά άλλων.
Μισούσαν τα μωρά τους ακόμα και πριν αυτά γεννηθούν. Συχνά ήταν θύματα
ξυλοδαρμού από αλκοολικούς συζύγους. Μισούσαν τα παιδιά που έβλεπαν γύρω τους.
Το να μιλάει κανείς για την «αγία μητρική αγάπη» μπροστά σε τέτοια εγκληματική
δυστυχία, θα ακουγόταν πραγματικά εγκληματικό.
Τέτοιες
φοβερές συνθήκες οδήγησαν τον Ράιχ στην παραγωγή μιας εμβριθούς ανάλυσης
σχετικά με την επίδραση της αστικής ηθικής στη ψυχολογική ανάπτυξη των
γυναικών. Με τον τρόπο αυτό ο Ράιχ έδωσε μια σημαντική επιστημονική συμβολή στο
ζήτημα της «απελευθέρωσης της γυναίκας». Σε αυτό το θέμα άσκησε ανοιχτή
πολεμική ενάντια στους σύγχρονούς του «ειδικούς σεξουαλικής υγιεινής», οι
οποίοι με ρητό τρόπο διακήρυτταν υπέρ της γυναικείας παρθενίας πριν από το
γάμο. Ένας από αυτούς τους ειδικούς έγραψε, «Πρέπει
να αναπτύξουμε και να καλλιεργήσουμε τη θηλυκή παρθενία ως τον μέγιστο εθνικό
πλούτο. Πραγματικά μόνο χάρη στη γυναικεία παρθενία μπορούμε να έχουμε μια ασφαλή
εγγύηση πως είμαστε παιδιά των πατεράδων μας και πως εργαζόμαστε και μοχθούμε
για το δικό μας αίμα. Χωρίς μια τέτοια εγγύηση δεν υπάρχει καμία πιθανότητα για
μια βαθιά και ασφαλή οικογενειακή ζωή, η οποία με τη σειρά της είναι ο απαραίτητος
στυλοβάτης της εθνικής και ατομικής ευημερίας…Οι γυναίκες να μην είναι αφοσιωμένες στους συζύγους τους, είναι πολύ πιο επικίνδυνο
από το οι άνδρες να μην είναι αφοσιωμένοι στις
γυναίκες τους…» (Max Von Guber, “Hygiene des Geschlechtslebens dargestellt für
Manne r ”, Stuttgart 1930 – στα Αγγλικά, “Sexual Life Hygiene for Men”). Παρόλο που δεν ήταν αυτή η πρόθεση του συγγραφέα, αυτή η παράγραφος είναι πραγματικά
μια ξεκάθαρη επιβεβαίωση του σημείου που ο Έγκελς
έθεσε στο κλασσικό του έργο, «Η Καταγωγή
της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους» - ένα σημείο το
οποίο ο Ράιχ εξέφρασε με τα δικά του λόγια, όταν έγραφε πως, «…η πιο άμεση συνέπεια της ατομικής
ιδιοκτησίας είναι το συμφέρον για παρθενία πριν από το γάμο και η αφοσίωση
εντός του γάμου προς το σύζυγο».
Αυτή η
συνέπεια της ατομικής ιδιοκτησίας ουσιαστικά προκαλεί απώλεια του περιεχομένου
της σεξουαλικής σχέσης ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες και την μετατρέπει
σε κάτι που περιλαμβάνει μόνο μια σεξουαλική ζωή και τις προσωπικές επιλογές
των ατόμων. Κατά συνέπεια η σεξουαλική σχέση γίνεται ένα κατασκεύασμα στο οποίο
οι γυναίκες είναι καταδικασμένες να υποφέρουν τους μεγαλύτερους περιορισμούς,
πιέσεις και αδικίες. Αυτό το συμπεράσματα επιβεβαιώθηκε και από τα αποτελέσματα
της κλινικής στατιστικής. Πραγματικά, εκείνη την εποχή, περισσότερο από το 90%
των γυναικών διαπιστώθηκε να έχουν κάποιου τύπου σεξουαλική διαταραχή, σε
σύγκριση με «μόνο» το 60% των ανδρών. Αυτά ήταν τρομαχτικά και σοκαριστικά νούμερα και πραγματικά άλλαζαν τον ορισμό της
«κανονικότητας» και συνέβαλλαν στο να θεωρηθούν οι σεξουαλικές διαταραχές ένα σημαντικό
μαζικό πρόβλημα.
Χωρίς
αμφιβολία τέτοιες φρικτές συνθήκες δεν ανησυχούσαν τους Ναζιστές που υποστήριζαν
τη σεξουαλική υγιεινή και προωθούσαν θεωρίες όπως «το θηλυκό φυσικό ένστικτο
της μονογαμίας». Βάσει τέτοιων σκουπιδοθεωριών, οι
γυναίκες ήταν ικανές για σεξουαλική ικανοποίηση μόνο στην ηλικία ανάμεσα στα 20
και τα 25 χρόνια και μόνο εάν η
σεξουαλική διείσδυση συνέβαινε με σκοπό την
τεκνοποιία – και φυσικά, βάσει αυτών των θεωριών, υπήρχαν «φυσικές» αιτίες γι αυτό.
Ασφαλώς δεν
μας αφήνει καθόλου έκπληκτους το γεγονός πως υπήρχε μια εξαιρετικά στενή σχέση
ανάμεσα σε αυτές τις θεωρίες και στις θέσεις της Εκκλησίας. Η Εκκλησία πάντοτε
υπήρξε πρωτοπόρα στην παραγωγή τέτοιων ιδεολογιών και δογμάτων που προσέφεραν τις
υπηρεσίες τους στις κυρίαρχες τάξεις σε ολόκληρη την ιστορία. Πάντα έπαιζε έναν
αποφασιστικό ρόλο στην υπηρεσία του κράτους, το οποίο εκείνη την εποχή δε
μπορούσε παρά να συμπορευτεί με την Εκκλησία για την υπεράσπιση ενός από τους
πιο θεμελιώδεις θεσμούς της αστικής κοινωνίας: του γάμου. Η ίδια η ύπαρξη του
γάμου σα θεσμού της αστικής κοινωνίας αποκλείει κάθε πιθανότητα επίλυσης των αποτελεσμάτων
μιας ηθικής που βασίζεται στην καταπίεση, είτε αυτές είναι ψυχολογικές (όπως
διάφορες νευρώσεις και σεξουαλικές διαταραχές), ή φυσικές (για παράδειγμα, η
άμβλωση). Πραγματικά, το τέλος της αστικής ηθικής, η οποία θα αποτελούσε τη
μοναδική πραγματική λύση σε αυτά τα προβλήματα, αναγκαία θα υποβάθμιζε «αξίες»
όπως η «παρθενία πριν το γάμο» και η συζυγική πίστη. Κατά συνέπεια, ο γάμος θα
απελευθερωνόταν από τον παραδοσιακό του ρόλο, αυτόν του εξαναγκασμού για άνισο
σεβασμό και έλεγχο, που τον απολαμβάνουν μόνο οι άντρες. Ένας τέτοιος ρόλος
φαίνεται για παράδειγμα, στη λογική πίσω από την ιδέα πως εάν μια γυναίκα είναι
πιστή δε χρειάζεται να προχωρήσει σε άμβλωση – λες και το μοναδικό πρόβλημα
στην περίπτωση μιας άμβλωσης είναι η συζυγική πίστη.
«Εάν βρίσκαμε έναν
τρόπο να στειρώσουμε προσωρινά τις γυναίκες με μια διαδικασία εσωτερική και
επαναλαμβανόμενη, τότε θα ήταν απολύτως απαραίτητο να ανακαλύπταμε και έναν
τρόπο που θα πετύχαινε την πλατιά εξάπλωση τέτοιων τεχνικών καθιστώντας τις
οικονομικά ανεκτές, εξασφαλίζοντας…ένα όφελος…για την υγιεινή. Τότε όμως θα
έπρεπε να αντιμετωπίζαμε την απειλή που θα διαφαινόταν για την ίδια τη
σεξουαλική λειτουργία και ηθική, ή ακόμα περισσότερο για τη ζωή και τον ίδιο
τον πολιτισμό γενικά» (Max Marcuse, “Ο Γάμος: Η Φυσιολογία, η
Ψυχολογία, η Υγιεινή και η Ευγενετική του. Ένα Βιβλίο για το Γάμο, Berlin/Koln, 1927).
Η απαγόρευση
των αμβλώσεων και της αντισύλληψης αφαιρεί από τις
γυναίκες τον έλεγχο της ίδιας της ζωής και των σωμάτων τους, με την πιο
προσωπική σφαίρα της ζωής να επέρχεται στην κυριαρχία της ανάγκης της αστικής
ηθικής για τη διατήρηση της υποτέλειάς των γυναικών στους άνδρες. Ο απόλυτος
σκοπός τέτοιων απαγορεύσεων είναι η διατήρηση των αστικών θεσμών, με στόχο την
υπεράσπιση της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας. Παρόλο που η ιδέα της
οικογένειας, που βασίζεται στον «ιερό γάμο», βρίσκεται σε βαθιά κρίση σήμερα,
οι παραπάνω γραμμές διατηρούν το νόημά τους ακέραιες. Ολόκληρη η αστική ηθική
είναι σε κρίση. Οι επισφαλείς συνθήκες σε όλες τις σφαίρες της ζωής έχουν προκύψει
με ευθύνη του καπιταλισμού. Τα πάντα υπόκεινται σε αιφνίδιες αλλαγές. Ο νέος
«λόγος του Θεού» είναι η «ευελιξία», και ο νέος θεός απ’ όπου προκύπτει αυτός ο
λόγος είναι ο θεός - «Κεφάλαιο». Τα
ζητήματα της άμβλωσης και της αντισύλληψης έχουν αναδείξει με τη σειρά τους ένα
νέο ζήτημα: ότι τόσο ο Βιβλικός «λόγος του Θεού», όσο και ο αστικός «νέος λόγος
ενός νέου θεού» συνθέτουν τις θεολογικές αντιφάσεις εντός της κυρίαρχης
ιδεολογίας.
<< Αρχική < Προηγ. 1 2 Επόμ. > Τελευταία >> |