|
Το Ενιαίο Πανεργατικό
Μέτωπο Πάλης
Mε μεγάλη ικανοποίηση
διαβάσαμε στον «Ριζοσπάστη» της 30ης Σεπτέμβρη την έκκληση για
Ενιαίο Μέτωπο Πάλης. Πραγματικά στην σημερινή περίοδο
σφοδρής επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη το ζήτημα της
ενότητας του εργατικού κινήματος έρχεται αντικειμενικά στο επίκεντρο της
ταξικής πάλης.
Πώς όμως πρέπει να οργανωθεί το Ενιαίο Μέτωπο Πάλης
που σωστά δηλώνει ότι θέλει να προωθήσει η ηγεσία του κόμματος; Πάνω σε αυτό το
ζήτημα υπάρχει μια πλούσια πολιτική εμπειρία στην ιστορία του κομμουνιστικού
κινήματος, στην οποία όλοι οι κομμουνιστές πρέπει σήμερα να ανατρέξουμε.
Το σκεπτικό της έκκλησης για το Ενιαίο
Εργατικό Μέτωπο αναλύθηκε σε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστής
Διεθνούς ανάμεσα στο Γ' και στο Δ' συνέδριό της: «Παρ' όλες τις ατέλειωτες προδοσίες τους οι ρεφορμιστές ηγέτες έχουν
κατορθώσει να διατηρήσουν την επιρροή τους πάνω στο μεγαλύτερο μέρος των
εργατικών οργανώσεων. Δεν θα κατορθώσουμε να πάρουμε με το μέρος μας τους
εργάτες επαναλαμβάνοντας για μια ακόμη φορά ότι είναι προδότες. Αυτό που πρέπει
να κάνουμε είναι, όταν κυριαρχεί μαχητική διάθεση στις γραμμές των εργατών, να
τους δείξουμε ότι οι σοσιαλδημοκράτες δεν έχουν διάθεση να αγωνιστούν όχι μόνο
για το σοσιαλισμό, αλλά ακόμη για τις πιο άμεσες διεκδικήσεις τη εργατικής
τάξης. Ως σήμερα δεν κατορθώσαμε ακόμη να τους αποκαλύψουμε. Επιτέλους έχουμε
την ευκαιρία να το κάνουμε . Γι αυτό αν αρνηθούμε να αγωνιστούμε με τους
ρεφορμιστές επειδή αυτοί δεν θα αγωνιστούν ποτέ σοβαρά εναντίον της
μπουρζουαζίας, που είναι υπηρέτες της, θα έχουμε την επιδοκιμασία των συντρόφων
που ξέρουν αυτό το πράγμα, αλλά δεν θα πείσουμε ούτε ένα εργάτη από κείνους που
ακολουθούν ακόμα τους ρεφορμιστές. Αν όμως συμμετάσχουμε στον αγώνα οι μάζες θα
δουν σε λίγο ποιος θέλει πραγματικά τα αγωνιστεί εναντίον τη μπουρζουαζίας και
ποιος δεν θέλει. Οι σύντροφοί μας, πού μας έβλεπαν στην αρχή με άσχημο μάτι, να
καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι με του ρεφορμιστές θα καταλάβουν, ότι και εδώ επίσης
κάνουμε επαναστατική δουλειά...»
Η προώθηση του Ενιαίου Πανεργατικού Μετώπου
σήμερα σημαίνει ταυτόχρονα ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί η τακτική των ξεχωριστών
συγκεντρώσεων των «πιο ταξικών δυνάμεων». Σημαίνει την επιδίωξη της συσπείρωση
της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργατών και των οργανώσεών που τους
εκπροσωπούν στη βάση των πιο ζωτικών εργατικών αιτημάτων (υπεράσπιση της κοινωνικής
ασφάλισης, δουλειά για όλους, έλεγχος των τιμών, αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις
και κοινωνικές δαπάνες, σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων κ.α) γύρω από ένα
συγκεκριμένο πλαίσιο απεργιακών και άλλων κινητοποιήσεων.
Ένα τέτοιο μέτωπο αυτονόητα δεν μπορεί να
μην συμπεριλάβει τις εκατοντάδες χιλιάδων εργατών που ακόμα ακολουθούν και υποστηρίζουν
πολιτικά το ρεφορμισμό σε όλες του τις παραλλαγές, δεξιό και αριστερό, ασφαλώς μαζί
με τις ηγεσίες τους, συμπεριλαμβανομένων και των ρεφορμιστικών ηγεσιών του ΠΑΣΟΚ
και του ΣΥΝ. Και σε αυτό το σημείο πρέπει να επιμείνουμε, γιατί σύμφωνα με τις
τοποθετήσεις των ηγετικών στελεχών του κόμματος για το ζήτημα των συμμαχιών κυριαρχεί
η άποψη ότι «χρειαζόμαστε μέτωπα με τους εργαζόμενους στη βάση του κινήματος,
χωρίς τις ηγεσίες τους». Με αυτό τον τρόπο όμως δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει
κανένα μέτωπο. Θα ήταν εμπαιγμός να προτείνουμε ένα κοινό μέτωπο στους εργάτες
που ακολουθούν τις ρεφορμιστικές οργανώσεις αποκλείοντας εκ των προτέρων τις
ηγεσίες τους. Αυτό δεν είναι μέτωπο, αλλά στην πράξη είναι απλά μια ακόμα
έκκληση στους εργαζόμενους να συσπειρωθούν στο κόμμα.
Ποια είναι όμως η λενινιστική άποψη πάνω
σε αυτό το θέμα; Η απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής
Διεθνούς το 1922, γραμμένη από τον Λένιν ήταν σαφής: «..Αν μπορούσαμε να ενώσουμε τις μάζες γύρω από τη δικιά μας σημαία και
να πηδήξουμε πάνω από τις ρεφορμιστικές οργανώσεις δεν θα υπήρχε η ανάγκη του
Ενιαίου Μετώπου.... Ενδιαφερόμαστε εκτός των άλλων με το ενιαίο μέτωπο να
βγάλουμε τους ρεφορμιστές από τις τρύπες τους και να τους τοποθετήσουμε μπροστά
στα μάτια των αγωνιζόμενων μαζών πλάι μας...Οι μάζες θα καταλάβουν με τη δική
τους εμπειρία τον προδοτικό ρόλο των ρεφορμιστών» («Οι αποφάσεις της Κ.Δ» εκδόσεις «Σοσιαλισμός»).
Το Ενιαίο Μέτωπο ασφαλώς δεν μπορεί να
χτιστεί πάνω στην υποκριτική βάση της των καλών δημόσιων σχέσεων με τους
ρεφορμιστές. Ο λενινιστικός κανόνας στο ζήτημα των μετώπων με τους ρεφορμιστές
είναι : «Ποτέ δεν μπερδεύουμε τις
σημαίες. Χτυπάμε μαζί, αλλά βαδίζουμε χωριστά». Με άλλα λόγια οι
κομμουνιστές πρέπει να υπερασπίζουν ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα πιο αποφασιστικά
στο μεγάλο ακροατήριο των πλατειών μαζών που θα συσπειρώνονται στο μέτωπο, σαν
την μόνη σταθερή λύση για τα προβλήματα της εργατικής τάξης.
Αλλά και μια πιθανή άρνηση των
συμβιβασμένων ρεφορμιστικών ηγεσιών να συμπαραταχθούν σε ένα τέτοιο μέτωπο, θα
αποκάλυπτε την υποκρισία τους και θα έμπαιναν τα θεμέλια για την ανοιχτή
αμφισβήτηση από την βάση τους.
Λύση εξουσίας
από τώρα!
Οι χιλιάδες νέοι ψηφοφόροι του κόμματος, όπως σωστά επισημαίνεται από
την Κ.Ε του ΚΚΕ στην αποτίμηση των εκλογικών αποτελεσμάτων, δεν ήρθαν στο κόμμα
συγκυριακά για να διαμαρτυρηθούν, αλλά για να αναζητήσουν σε αυτό μια
συγκεκριμένη πολιτική διέξοδο. Γι' αυτό η πρόταση εξουσίας του κόμματος είναι
ένα ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει σοβαρά κάθε κομμουνιστή από σήμερα.
Για να αντιληφθεί ένας κομμουνιστής το είδος της πρότασης εξουσίας που
πρέπει να διαθέτει το κόμμα, πριν από όλα, πρέπει να λάβει υπόψη του το πώς
τέθηκε από τον Λένιν και τους μπολσεβίκους το ζήτημα της εξουσίας.
Στην πολεμική του «Η προλεταριακή
επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» ο Λένιν τόνιζε: «Ανάμεσα στην
καπιταλιστική και την κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής
μεταβολής της πρώτης στη δεύτερη. Στην περίοδο αυτή αντιστοιχεί μια μεταβατική
πολιτική περίοδος, όπου το κράτος δεν μπορεί να πάρει άλλη μορφή από τη μορφή
της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου.» Έτσι έθετε λοιπόν ο Λένιν,
με έναν κρυστάλλινο τρόπο, το ζήτημα της εξουσίας : καμία «ενδιάμεση» λύση, συντριβή
του αστικού κρατικού μηχανισμού, προλεταριακή δημοκρατία στη θέση της
ψευδεπίγραφης αστικής.
Αντίθετα στο ισχύον πρόγραμμα του κόμματος (δημοσιευμένο το 1996) στην
ενότητα με τίτλο «Το ΑΑΔΜ και το πρόβλημα της εξουσίας» (σελ. 36 - 37)
διαβάζουμε δύο πολύ συγχυσμένες εκδοχές για την άνοδο του ΑΑΔΜ στην εξουσία. Η σύγχυση
πηγάζει από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένα ποιος θα είναι ο ανεξάρτητος
ρόλος του κόμματος και του προλεταριάτου, ποιοι θα είναι οι θεσμοί πάνω στους
οποίους θα στηριχθεί το ΑΑΔΜ, ποια θα είναι η συγκεκριμένη πολιτική που θα εφαρμόσει. Σχετικά με το
αποφασιστικό ζήτημα του αν θα είναι σοσιαλιστική ή όχι, η πολιτική της
κυβέρνησης του ΑΑΔΜ, η απόφαση του 17ου συνεδρίου του ΚΚΕ αναφέρει ρητά ότι «..... ο αγώνας του Μετώπου δεν οδηγεί
υποχρεωτικά και αναπόφευκτα στο σοσιαλισμό..». Και αυτό γιατί όπως τονίζεται
«..στο ΑΑΔΜ συνεργάζονται ανομοιογενείς δυνάμεις..» (Ενότητα Γ20).
Με άλλα λόγια, δεν παρέχεται καμία εγγύηση ότι η κυβέρνηση του ΑΑΔΜ δεν θα
είναι μια απόπειρα για την εγκαθίδρυση μιας «ενδιάμεσης» εξουσίας ανάμεσα στην
αστική και την εργατική, απόπειρα που καταδίκαζε σφοδρά ο Λένιν.
Εμείς πιστεύουμε ότι οι απόψεις των κομμουνιστών στο ζήτημα της εξουσίας
πρέπει να είναι κρυστάλλινες, να μην δημιουργούν σύγχυση : την εξουσία πρέπει
να την κατακτήσει η εργατική τάξη μέσα από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού
της κόμματος. Να την ασκήσει με μια κυβέρνηση ελεγχόμενη και ανακλητή από τα
συμβούλια όλου του εργαζόμενου λαού. Σκοπός αυτής της εξουσίας πρέπει να είναι
η εφαρμογή ενός σοσιαλιστικού προγράμματος και πάνω στη βάση αυτού του
προγράμματος πρέπει να εξασφαλισθεί η ευρύτερη δυνατή ενότητα και συμμαχία με
τα υπόλοιπα φτωχά λαϊκά στρώματα, με τις μαζικές οργανώσεις που τα εκπροσωπούν
και με όσες άλλες εργατικές οργανώσεις ή κόμματα συμφωνούν με αυτό.
Αν υιοθετηθεί και προβληθεί αυτή η ξεκάθαρη, μπολσεβίκικη - λενινιστική πρόταση
πάνω στο ζήτημα της εξουσίας, τότε η σημερινή τεχνητή σύγχυση που δημιουργεί η
πρόταση εξουσίας του ΑΑΔΜ θα ξεπεραστεί και οι εργαζόμενοι θα αποκτήσουν έναν στόχο
πάλης συγκεκριμένο και ικανό να δώσει οριστική λύση στα προβλήματά τους.
|