|
ΚΡΙΣΗ ΣΤΟ ΠΑΣΟΚ : ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ
ΔΕΞΙΑΣ ΣΤΡΟΦΗΣ
Η επόμενη μέρα των
εκλογών της 16ης του Σεπτέμβρη βρήκε το ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο ξανά στην
αντιπολίτευση, άλλα και βυθιζόμενο μέρα με τη μέρα σε βαθιά κρίση. Η ιστορική
αυτή κρίση ήταν αποτέλεσμα της εξίσου ιστορικής ήττας στις εκλογές με εξαιρετικά
χαμηλό ποσοστό ψήφων, το χαμηλότερο από το 1977. Συγκεκριμένα το ΠΑΣΟΚ συγκέντρωσε
ποσοστό 38,1% έναντι 40,55% και 43,79% στις εκλογές του 2004 και του 2000
αντίστοιχα.
Αμέσως, πολλά από τα
αμετανόητα δεξιά ηγετικά στελέχη του κόμματος έσπευσαν να βαφτίσουν ως κύρια
αιτία της ήττας την δήθεν αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εκφράσει τα μεσαία στρώματα και
να εδραιωθεί στο μεσαίο χώρο… Και λέμε
δήθεν διότι τα στοιχεία που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας τις αμέσως επόμενες
μέρες των εκλογών εμφάνισαν τη «Μεγάλη Δημοκρατική Παράταξη» να αποδυναμώνεται στην
εργατική τάξη και με κατεύθυνση σαφώς προς τ’ αριστερά.
Τα πιο αδιάσειστα
στοιχεία έρχονται από τα εργατικά προάστια των μεγάλων πόλεων. Συγκεκριμένα
στην Α’ Αθηνών το ΠΑΣΟΚ χάνει 5,02 ποσοστιαίες μονάδες, στη Β’ Αθηνών 5%, στην
Α’ Πειραιά 4,71%, στην Β’ Πειραιά 4,15%, ενώ στις Α’ και Β’ Θεσσαλονίκης 2,8%
και 2,13% αντίστοιχα! Απεναντίας σε αυτές τις περιοχές τόσο το ΚΚΕ, όσο και ο
ΣΥΡΙΖΑ αύξησαν τα ποσοστά τους αθροιστικά έως και 6,96 ποσοστιαίες μονάδες! Είναι
σαφές λοιπόν ότι η άρνηση μιας μεγάλης μερίδας της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ να
αναγνωρίσει την ξεκάθαρη αυτή αριστερή στροφή των ψηφοφόρων, απλώς υπογραμμίζει
τον παρατεταμένο δεξιό εκφυλισμό της.
Η κρίση στο ΠΑΣΟΚ
έρχεται να επιβεβαιώσει συνολικά την κρίση των κομμάτων της σοσιαλδημοκρατίας
σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Η συνεχόμενη δεξιά στροφή των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών
ηγεσιών οδηγεί σε βαθιά κρίση το ένα σοσιαλιστικό κόμμα μετά το άλλο. Τόσο στην
Γαλλία, όσο και το Βέλγιο είχαμε συντριβή των Σοσιαλιστών στις προηγούμενες
εκλογές, ενώ στην Γερμανία συνέβη διάσπαση του σοσιαλιστικού κόμματος μετά την
συγκυβέρνηση με τους Χριστιανοδημοκράτες. Έτσι λοιπόν και στο «δικό μας» ΠΑΣΟΚ η ηγεσία του, υπερασπίζοντας ένα
εξίσου δεξιό αστικό πρόγραμμα διαχείρισης, δημιούργησε η ίδια τον εκλογικό της
«δήμιο».
Η σοβαρή ήττα του
κόμματος προκάλεσε άμεσα θυελλώδεις εξελίξεις. Το σύνολο της ηγεσίας αμήχανο,
προσπαθεί να επαναπροσδιοριστεί σε επίπεδο προσώπων, ενώ η εργαζόμενη κοινωνική
βάση του, που τόσο μακριά βρίσκεται από
τις ταξικές επιλογές της πρώτης, κάνει απεγνωσμένες εκκλήσεις για στροφή στ’
αριστερά.
Οι 3 υποψηφιότητες και
η κατάσταση στη βάση
Το βασικό στοιχείο που βλέπουμε τις τελευταίες εβδομάδες στην
ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι η διαμόρφωση δύο στρατοπέδων (Βενιζέλου, Παπανδρέου) που
επιχειρείται να συγκροτηθούν κύρια σε μια «επικοινωνιακή», προσωπική βάση. Η
τρίτη υποψηφιότητα (Σκανδαλίδης) είναι ακόμα πιο άχρωμη και αόριστη πολιτικά
και όπως φαίνεται δεν παίζει ουσιαστικό
ρόλο στην έκβαση της αντιπαράθεσης για την ηγεσία.
Οι δύο βασικοί υποψήφιοι Γ. Παπανδρέου και Β. Βενιζέλος,
γνωρίζουμε όλοι καλά, ότι με βάση την έως σήμερα πολιτική τους στάση, δεν
διαφέρουν ούτε στο ελάχιστο. Και οι δύο αποτέλεσαν στελέχη - κλειδιά για τις δεξιές,
εκσυγχρονιστικές κυβερνήσεις Σημίτη, κατέχοντας νευραλγικά υπουργεία, χωρίς
ποτέ τους να διαφοροποιηθούν από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που εφαρμοζόταν.
Από κοινού επίσης είχαν εγκρίνει το πιο δεξιό προεκλογικό πρόγραμμα στην ιστορία
του ΠΑΣΟΚ, που καταδίκασε η εργατική τάξη και η νεολαία με την ψήφο της στις
εκλογές.
Η αστική τάξη με αρωγό για άλλη μια φορά τον θλιβερό της
υπάλληλο Κ. Σημίτη και τα λαομίσητα «εξαπτέρυγα» του, προωθεί την υποψηφιότητα Βενιζέλου
για να συνεχίσει να ελέγχει πολιτικά την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και να «καναλιζάρει»
σε ανώδυνη κατεύθυνση τις αριστερές διαθέσεις της βάσης. Από την άλλη πλευρά, ο
Γιώργος Παπανδρέου προσπαθεί προκλητικά να πείσει ότι.. κατά βάθος ήταν
ανέκαθεν αριστερός και αντι-εκσυγρονιστής, κάνοντας αφηρημένη αυτοκριτική του είδους
«χάσαμε την ψυχή μας» και «χαθήκαμε στον κυβερνητισμό».
Εξαιτίας του τεράστιου κενού στ’ αριστερά, η βάση του ΠΑΣΟΚ στρέφεται όπως όλα δείχνουν κατά κύριο
λόγο προς τον Γιώργο Παπανδρέου. Αυτή τη διάθεση πρέπει να την εξηγήσουμε. Αυτό
που βαρύνει στη συνείδηση της εργατικής βάσης είναι αποκλειστικά η ανάγκη να
μην νικήσει η υποψηφιότητα που στηρίζεται στην παρούσα φάση από τον Σημίτη και
τα αφεντικά του. Η διάθεση για στήριξη του Παπανδρέου αντανακλά την απελπισία
για την ακραία δεξιά στροφή του ΠΑΣΟΚ και δεν εκφράζει κάποιες ιδιαίτερες
αυταπάτες για τον ρόλο του Γ. Παπανδρέου. Αντανακλά - παραμορφωμένα από τη
στιγμή που δεν υπάρχει καμία αριστερή υποψηφιότητα - την θέληση της βάσης για
μια επιστροφή στις αριστερές ρίζες του κόμματος.
Όμως ασφαλώς, ο Γ. Παπανδρέου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί
να αποτελέσει αξιόπιστη αριστερή υποψηφιότητα. Δεν δεσμεύεται για τίποτα
συγκεκριμένο και περιορίζεται μόνο σε αριστερίζουσες κορώνες και συνθήματα,
τόσο ανώδυνα στην ουσία τους που δεν εμποδίζουν μάλιστα αρκετά από τα
σημαίνοντα παλιά δεξιά στελέχη του «εκσυγχρονισμού» όπως οι Πάγκαλος, Ρέπας, Πετσάλνικος
κ.α να τον υποστηρίξουν ολόψυχα.
Είναι λοιπόν σαφές ότι καμία από τις παρούσες υποψηφιότητες δεν
μπορεί να βγάλει οριστικά το ΠΑΣΟΚ από την κρίση και αυτό, γιατί δεν
συνοδεύεται από ένα πρόγραμμα που να υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων και
της νεολαίας, δηλαδή την συντριπτική πλειοψηφία της βάσης του κόμματος και της
κοινωνίας.
Η διάθεση για αριστερή πορεία που αναπτύσσεται στην
κοινωνική βάση του κόμματος – ανεξάρτητα από το ποιος θα εκλέγεί στην ηγεσία -
θα πολλαπλασιάζεται μέσα από την εμπειρία της επίθεσης της κυβέρνησης στα
εργατικά δικαιώματα, με αποτέλεσμα η κατάσταση στο ΠΑΣΟΚ στο προσεχές διάστημα
να είναι διαφορετική από το μέχρι σήμερα, ειρηνικό τοπίο, «δια περιπάτου»
επικράτησης των δεξιών, νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
Αυτό όμως που πάνω από όλα, πρέπει να κάνει η εργατική βάση
και όσοι αριστεροί νεολαίοι παραμένουν στο ΠΑΣΟΚ σήμερα, είναι να συγκροτήσουν
ένα ισχυρό ενωτικό αγωνιστικό μέτωπο με την υπόλοιπη Αριστερά, για να
αποκρούσουμε την σφοδρή επερχόμενη επίθεση της αστικής τάξης, αλλά και να
διεκδικήσουμε όλες τις χαμένες κατακτήσεις που τόσο σκληρά μας στέρησαν οι προηγούμενες
κυβερνήσεις, οι οποίες μεταξύ άλλων είχαν σε σημαίνουσες θέσεις και τους 3
σημερινούς «μονομάχους».
Ορέστης Δούλος
|