Home
ΕΛΛΑΔΑ
Home
Οικονομία
Ιστορία
Επικαιρότητα
Κόμματα
Εκπαίδευση
Νεολαία
Εργατικό Κίνημα
Λοιπά Θέματα
Η Καμπάνια μας "Κάτω τα Χέρια από την Βενεζουέλα"
ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ
Θεωρία
Κλασσικοί
Οικονομία
Ιστορία
Παγκοσμιοποίηση
Περιβάλλον
Επιστήμη και Τεχνολογία
Τέχνη και Λογοτεχνία
Δικαιώματα
Εκδόσεις
ΔΙΕΘΝΗ
Ασία
Κεντρ. και Β. Αμερική
Λατινική Αμερική
Αφρική
Ευρώπη
Βαλκάνια
Syndicate
Ανακοινώσεις

"Λενινιστικά σεμινάρια" : ένας νέος θεσμός για τους νεολαίους αγωνιστές

Η πολιτική Κίνηση Μαρξιστική Τάση και η συντακτική επιτροπή της «Μαρξιστικής Φωνής» ξεκίνησαν ένα νέο θεσμό, θέλοντας να συμβάλουν στην υπόθεση της μαρξιστικής εκπαίδευσης των αριστερών αγωνιστών της νεολαίας. Ο θεσμός αυτός είναι τα "Λενινιστικά σεμινάρια", στα οποία οι νέοι αγωνιστές θα έρχονται σε επαφή με τις γνήσιες ιδέες του εμπνευστή του πιο επαναστατικού κόμματος της ιστορίας και ηγέτη της μεγάλης Οκτωβριανής επανάστασης, Βλαντιμήρ Ίλιτς Λένιν. Τα σεμινάρια διεξάγονται στα γραφεία της Μαρξιστικής Φωνής από  το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου και είναι ανοιχτά σε όλους τους αριστερούς νεολαίους αγωνιστές. Για περισσότερες πληροφορίες απευθυνθείτε στα τηλέφωνα της εφημερίδας μας 210-8211628 και 6937-247393.

Διαβάστε περισσότερα...
 
Επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνο 6937-247393 και στο email  Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε
 
Μαρξισμός και Μαζικές οργανώσεις Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Ted Grant   
03.01.08

 ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΑΖΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

  - Περίληψη του κλασσικού κειμένου του Ted Grant -

 
Στο ιδρυτικό κείμενο του επιστημονικού σοσιαλισμού, το «ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ», οι Μαρξ και Ένγκελς εξηγούν πως: «..Οι Κομμουνιστές συνεπώς είναι από τη μια μεριά στην πράξη το πιο πρωτοπόρο και αποφασιστικό τμήμα των κομμάτων της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα, το τμήμα εκείνο που σπρώχνει μπροστά και όλους τους υπόλοιπους…» (Μαρξ-Ένγκελς, Άπαντα, Τόμος 1).

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ξεκίνησαν την πολιτική τους δράση σαν μια φράξια του Δημοκρατικού κινήματος στη Γερμανία. Με δεδομένες τις συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο, αυτό ήταν αναπόφευκτο. Ο Ένγκελς  στο άρθρο του «Ο Μαρξ και η νέα Επιθεώρηση του Ρήνου» (1848-49) γράφει για τις μικρές δυνάμεις της Κομμουνιστικής Λίγκας και για το ρόλο της την περίοδο της επανάστασης του 1848 : «..Οι λίγες εκατοντάδες μέλη της Λίγκας εξαφανίστηκαν μέσα στην εκπληκτική μάζα που είχε ξαφνικά ριχτεί με ορμή μέσα στο κίνημα. Έτσι το γερμανικό προλεταριάτο εμφανίστηκε καταρχήν στο πολιτικό επίπεδο σαν ένα ακραίο δημοκρατικό κόμμα..» (Μαρξ –Ένγκελς, «Άπαντα», Τόμος 3).

Οι ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού ξεκινούσαν πάντα από το κίνημα όπως ήταν και εφάρμοζαν τις πιο επιδέξιες τακτικές, έτσι ώστε να συνδεθούν με το πραγματικό μαζικό κίνημα και να το διαποτίσουν με το πρόγραμμα του μαρξισμού. Αυτό σήμαινε αρχικά, εμφάνιση ως η ακραία αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος. Η δουλειά του Μαρξ γύρω από την «Νέα Επιθεώρηση του Ρήνου» υπήρξε ένα μοντέλο επαναστατικής αγκιτάτσιας, που συνδύαζε τον αγώνα για τα πιο προχωρημένα δημοκρατικά αιτήματα με μια αδυσώπητη υπεράσπιση των ανεξάρτητων συμφερόντων του προλεταριάτου.

«..Αν δε θέλαμε να το κάνουμε αυτό..» εξήγησε ο Ένγκελς  «.., εάν δε θέλαμε να σηκώσουμε το κίνημα και να το προσκολλήσουμε στο ήδη υπάρχον, πιο πρωτοπόρο, ενεργό κομμάτι του προλεταριάτου για να το σπρώξουμε μπροστά, τότε δε θα υπήρχε τίποτε άλλο να κάνουμε, παρά να κηρύξουμε τον κομμουνισμό σε ένα μικρό επαρχιακό φύλλο και να ιδρύσουμε μια πολύ μικρή σέχτα αντί ενός μεγάλου κόμματος για δράση. Αλλά είχαμε ήδη σιχαθεί το ρόλο των ιεροκηρύκων στην ερημιά, είχαμε μελετήσει τους Ουτοπιστές πολύ καλά και δεν είχαμε φτιάξει γι αυτό το σκοπό το πρόγραμμα μας…» (Μαρξ-Ένγκελς, Άπαντα, Τόμος 3).

Για μια περίοδο δύο δεκαετιών μετά το 1848 στις οποίες η επανάσταση ήταν «έκτος ατζέντας», οι Μαρξ και Ένγκελς επίμονα αναδιοργάνωσαν ό,τι είχε απομείνει από την Κομμουνιστική Λίγκα του 1850 και καταπιάστηκαν με την ανάπτυξη και την εμβάθυνση της θεωρίας του σοσιαλισμού, εκπαιδεύοντας τα στελέχη ένα-ένα. Σπάζοντας στην πράξη με τις μικρές ομάδες της «επαναστατικής» εξορίας, οι Μαρξ και Ένγκελς έστρεψαν την προσοχή τους στο βρετανικό μαζικό εργατικό κίνημα, πρώτα στους «Χαρτιστές», στους οποίους διένειμαν τακτικά τον Τύπο τους και μετά στα συνδικάτα.

Η ίδρυση της πρώτης Διεθνούς, το 1864, αντιπροσώπευε ένα ποιοτικό βήμα μπροστά. Το ιστορικό καθήκον των υπερασπιστών του επιστημονικού σοσιαλισμού στην Πρώτη Διεθνή ήταν η διάδοση των βασικών αρχών του προγράμματος, της στρατηγικής και των τακτικών του, συμμετέχοντας σε μια πολιτικά ανομοιογενή διεθνή οργάνωση, που αποτελούνταν  μεταξύ άλλων από Βρετανούς ρεφορμιστές συνδικαλιστές, Γάλλους Προυντονιστές, Ιταλούς υποστηρικτές του Ματσίνι, αναρχικούς κ.λπ. Συνδυάζοντας τη σταθερότητα στις αρχές με τη μεγάλη ευελιξία στις τακτικές, βαθμιαία οι Μαρξ και Ένγκελς κέρδισαν την πλειοψηφία. Σ’ ένα γράμμα του ο Μαρξ ανέφερε χαρακτηριστικά πως έπρεπε να χρησιμοποιήσει τρομερή ευελιξία όταν πολεμούσε τις προκαταλήψεις των Βρετανών συνδικαλιστών. Με μια εκπληκτικά εύστοχη φράση, ο Μαρξ έγραφε πως ο ίδιος ήταν πάντα «ήπιος στη μορφή, αλλά άκαμπτος στο περιεχόμενο».

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΙΕΘΝΗΣ

Πριν το 1914, οι Λένιν, Τρότσκι, Λήμπνεχτ και Λούξεμπουργκ, ήταν όλοι σοσιαλδημοκράτες. Στην πραγματικότητα, όμως, διεξήγαγαν έναν αγώνα για τη γνήσια επαναστατική πολιτική του Μαρξισμού μέσα στη Δεύτερη Διεθνή. Ο μόνος που πραγματικά κατανόησε το ρόλο του επαναστατικού κόμματος ήταν ο Λένιν. Μόνο ο Λένιν προσπάθησε συστηματικά να δημιουργήσει ένα σταθερό και συμπαγές μαρξιστικό κόμμα, οδηγώντας τις εξελίξεις στο σημείο της διάσπασης το 1912  (δύο χρόνια πριν τη διάσπαση της Διεθνούς). Για μια περίοδο σχεδόν 10 χρόνων οι Μαρξιστές και οι Μενσεβίκοι έδρασαν σαν δύο φράξιες ενός κόμματος, του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, το οποίο από το 1905 ήταν το μαζικό κόμμα της Ρώσικης εργατικής τάξης.

Αν η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε ενεργήσει με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή οργανώνοντας μια επαναστατική φράξια μέσα στο SPD πριν το 1914, η Μαρξιστική Τάση θα μπορούσε να ήταν σε πολύ ισχυρή θέση κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Οι Γερμανοί Σπαρτακιστές βρέθηκαν σε μια σχετικά αδύναμη θέση παρά την παρουσία μέσα στις γραμμές τους αναγνωρισμένων ηγετών της εργατικής τάξης (Λούξεμπουργκ, Κάρλ Λήμπνεχτ, Φράνς Μέρινγκ,  Λέο Γιόγκιχες). Στο ξεκίνημα της γερμανικής επανάστασης, το Νοέμβρη του 1918, η επαναστατική πτέρυγα δεν είχε πάνω από 2.000 μέλη σε όλη την Γερμανία (μόνο 50 στο Βερολίνο, σύμφωνα με μια αναφορά του Ράντεκ).

Βεβαίως οι δυσκολίες των Γερμανών μαρξιστών αυξήθηκαν από το γεγονός πως η Λούξεμπουργκ και ο Λήμπνεχτ ήταν στη φυλακή. Όμως, τέτοιοι παράγοντες υπογραμμίζουν την απόλυτη αναγκαιότητα μιας ισχυρής οργάνωσης στελεχών η οποία δεν αυτοσχεδιάζει ή ξεπερνιέται από τα γεγονότα, αλλά πρέπει να είναι προετοιμασμένη εκ των προτέρων μέσα από μια μακρόχρονη υπομονετική δουλειά.

Ενώ η Ρόζα καταλάβαινε πολύ καλά τη σπουδαιότητα της προσέγγισης των μαζικών οργανώσεων, τα νέα και ανεκπαίδευτα μέλη του κόμματος είχαν μια ανυπόμονη και υπερ-αριστερή θέση που βοήθησε στην απομόνωσή τους από τις μάζες των σοσιαλδημοκρατικών μαζών και ειδικά των υποστηρικτών του αριστερού ρεύματος των «Ανεξάρτητων» σοσιαλδημοκρατών.

Κάτω από την πίεση των μαζών, οι «Αριστεροί» είχαν διασπαστεί από το SPD των Απρίλη του 1917 με 120.000 μέλη. Στην αρχή οι Σπαρτακιστές, σωστά ενσωματώθηκαν στους «Ανεξάρτητους» (USPD), αλλά μετά έφυγαν πρόωρα στο τέλος του 1918, ισχυριζόμενοι πως «το να παραμείνουμε και άλλο θα έθετε σοβαρά σε κίνδυνο το καθήκον μας απέναντι στο προλεταριάτο και απέναντι στο σοσιαλισμό και την επανάσταση» («Η Γερμανική επανάσταση και η διαμάχη για την ισχύ των Σοβιέτ»).

Είναι καθαρό από τα αρχεία πως η Ρόζα είχε αμφιβολίες για την αποχώρηση από το USPD και ο Γιόγκιχες ήταν σταθερά αντίθετος. Αλλά έχοντας αποτύχει στο χτίσιμο εκπαιδευμένων μαρξιστικών στελεχών, αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την υπεραριστερή διάθεση των νέων μελών, οι οποίοι είχαν κινηθεί πιο μπροστά από την τάξη. 

Το ότι αυτό ήταν σφάλμα, αποδείχτηκε από την επακόλουθη εξέλιξη του USPD. Μέσα από την εμπειρία της επανάστασης, η βάση κινήθηκε απότομα προς τ’ αριστερά και ήρθε σε αντίθεση με τους κεντριστές ηγέτες. Τον Οκτώβρη του 1920 στο Συνέδριο του Χάλε, το USPD διασπάστηκε και η πλειοψηφία προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Το «απομεινάρι» διατηρήθηκε ως το 1922, όταν οι περισσότεροι από τους ηγέτες του επέστρεψαν – εκεί που ανήκαν πάντα - στο SPD.

 Ο ΛΕΝΙΝ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΤΣΚΙ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΜΟ

Στις περισσότερες περιπτώσεις τα μαζικά κόμματα της Κομμουνιστικής  Διεθνούς δημιουργήθηκαν μέσα από διασπάσεις από τα παλιά κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς. Οι σεχταριστές αρκούνται στο ν’ αναφέρουν τα γραπτά του Λένιν της περιόδου 1914-17, όταν και επέμενε στην ανάγκη ενός συνολικού σπασίματος με τη Σοσιαλδημοκρατία. «Αλλά, ο Λένιν είχε στο μυαλό του ένα σπάσιμο με τους ρεφορμιστές σαν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός αγώνα εναντίον τους και όχι μιας πράξης σωτηρίας εκτός τόπου και χρόνου. Αποζητούσε μια διάσπαση με τους Σοσιαλδημοκράτες όχι για να σώσει τη δική του ψυχή, αλλά για ν’ αποσπάσει τις μάζες μακριά από τον σοσιαλπατριωτισμό» (Τρότσκι, Γραπτά 1935-36).

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση γεννήθηκαν κομμουνιστικές τάσεις μέσα σε όλα τα παλιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Στη Γαλλία, οι κομμουνιστές κέρδισαν τη πλειοψηφία του Σοσιαλιστικού κόμματος στο Συνέδριο της Τουρ (1920). Η δεξιά πτέρυγα αποχώρησε με 30.000 μέλη, όμως στη πραγματικότητα αυτό που κατάφερε ήταν απλά να διατηρήσει μία βάση μέσα στα πιο καθυστερημένα και νωθρά στρώματα της εργατικής τάξης. Παρόμοιες εξελίξεις είχαμε στην Τσεχοσλοβακία, στην Ιταλία, στη Βουλγαρία, στη Νορβηγία και σε άλλες χώρες. 

Στο Δεύτερο Συνέδριο της «Κομιντέρν» οι Λένιν και Τρότσκι διεξήγαγαν έναν σκληρό αγώνα ενάντια στην «παιδική αρρώστια» του υπερ-αριστερισμού. Το μανιφέστο του Δεύτερου Συνεδρίου, γραμμένο από τον Τρότσκι, αναφέρει πως: «..Οι φιλοδοξίες των μικρών σεχτών, που κάθε μια θέλει να σώσει την εργατική τάξη με το δικό της τρόπο, είναι ξένες και εχθρικές προς το πνεύμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς..» (Τρότσκι: Τα πρώτα 5 χρόνια της «Κομιντέρν», Τόμος 1.). Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται επίσης ότι: «..Οι κομμουνιστές δεν ξεχωρίζουν τους εαυτούς τους από τις μάζες που εξαπατούνται και προδίδονται από τους ρεφορμιστές και τους πατριώτες, αλλά εμπλέκονται σε ένα ασυμβίβαστο αγώνα μέσα στις μαζικές οργανώσεις και τους θεσμούς που φτιάχτηκαν από την αστική κοινωνία, με σκοπό να τους ανατρέψουν με τον πιο ασφαλή και γρήγορο τρόπο..» 

Υπεραριστερές διαθέσεις που αντανακλούσαν ανυπομονησία και απειρία ήταν πολύ διαδεδομένες σε τμήματα των κομμουνιστών ηγετών στη Βρετανία, Γερμανία, Ολλανδία και Ιταλία. Οι συνήθεις διακηρύξεις ήταν η απόρριψη του κοινοβουλευτικού εκλογικού αγώνα, η άρνηση της δουλειάς στα συνδικάτα και μια σεχταριστική στάση απέναντι στα ρεφορμιστικά μαζικά κόμματα. Ο Λένιν και ο Τρότσκι πολέμησαν αυτές τις ιδέες, υιοθετώντας την τακτική του Ενιαίου Μετώπου σαν ένα τρόπο δημιουργίας μιας γέφυρας προς τις μάζες των σοσιαλδημοκρατών εργατών. Στην περίπτωση της Βρετανίας προχώρησαν ακόμα περισσότερο, υποστηρίζοντας πως το Κ.Κ. θα πρέπει να προσπαθήσει να εισχωρήσει στο Εργατικό Κόμμα.

Το βιβλίο του Λένιν «Αριστερισμός – η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», γράφτηκε για ν’ απαντήσει στα επιχειρήματα των «Αριστερών», που επανεμφανίζονται συνέχεια στα γραπτά των σεχτών. Ο Λένιν εξήγησε πως «..ήταν έγκλημα να διασπάσεις τους πιο πρωτοπόρους εργάτες από τις μάζες ..» και πως τέτοιες τακτικές, αντί να αποδυναμώνουν τις γραφειοκρατίες των συνδικάτων, αντίθετα βοηθούν στην ενδυνάμωσή τους. «..Το να αρνείσαι τη δουλειά στα αντιδραστικά συνδικάτα σημαίνει ότι εγκαταλείπεις τις υπανάπτυκτες ή οπισθοδρομικές μάζες των εργατών στην επιρροή των αντιδραστικών ηγετών, των πρακτόρων της μπουρζουαζίας, της εργατικής αριστοκρατίας ή των εργατών που έγιναν ολοκληρωτικά αστοί… Αν θέλεις να βοηθήσεις τις μάζες και να κερδίσεις τη συμπάθεια και την υποστήριξή τους, δεν θα πρέπει να φοβάσαι τις δυσκολίες ή τις μικροενοχλήσεις, το δικολαβισμό, τις προσβολές και τους διωγμούς από τους ηγέτες (που όντας οπορτουνιστές και σοσιαλ-σοβινιστές, είναι στις περισσότερες περιπτώσεις άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένοι με τους αστούς και την αστυνομία), αλλά πρέπει απόλυτα να δουλεύεις εκεί που οι μάζες μπορούν να βρεθούν. Πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για την οποιαδήποτε θυσία, για υπερπήδηση και των μεγαλύτερων εμποδίων, με στόχο τη διεξαγωγή αγκιτάτσιας και προπαγάνδας, συστηματικά, επίμονα, συνεχώς και υπομονετικά σε εκείνους τους θεσμούς της κοινωνίας και τις ενώσεις –ακόμα και στις πιο αντιδραστικές – στις οποίες μπορεί να βρεθούν προλεταριακές και ημι-προλεταριακές μάζες» (Λένιν, Άπαντα, Τόμος 31,).

Ο Λένιν εξήγησε πως οι Μπολσεβίκοι διεξήγαγαν ακόμα και παράνομη δουλειά στα συνδικάτα «Zubatof», που φτιάχτηκαν από την τσαρική αστυνομία για να κρατήσουν τους εργάτες μακριά από τις επαναστατικές ιδέες.

Η πολιτική του Λένιν εφαρμόστηκε τελικά από το βρετανικό Κ.Κ. και για ένα διάστημα πέτυχε πολύ καλά αποτελέσματα. Παρά τα λάθη του, το Κ.Κ. απόκτησε μια σημαντική ηχώ μέσα στο Εργατικό Κόμμα στη Βρετανία και κατάφερε να αποκτήσει  προσβάσεις μέσα στους σοσιαλδημοκράτες.

Αν τα Κομμουνιστικά κόμματα είχαν παραμείνει πιστά στις αντιλήψεις του Λένιν, η επιτυχία της επανάστασης θα μπορούσε να είναι εγγυημένη. Αργότερα ο σταλινικός εκφυλισμός της Σοβιετικής Ένωσης προκάλεσε την καταστροφή. Τα υπερ-αριστερά ζίγκ-ζάγκ της ρώσικης γραφειοκρατίας οδήγησαν στην πολιτική της «Τρίτης Περιόδου» και του «σοσιαλ-φασισμού», με καταστροφικά αποτελέσματα για την Κομιντέρν. Το χειρότερο αποτέλεσμα ήταν στη Γερμανία, όπου η παρανοϊκή πολιτική του «σοσιαλ-φασισμού» διέσπασε και παρέλυσε το πανίσχυρο γερμανικό εργατικό κίνημα και επέτρεψε στον Χίτλερ να έρθει στην εξουσία το 1933….

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Newsletter
Εγγραφή στο Newsletter
Websites

 

 Ted Grant in the early 1990s


  latin amerika

 

 

 

 

© 2008 ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
Joomla! is Free Software released under the GNU/GPL License.