Home arrow Πολιτική arrow ΚΚΕ: Η συγκυρία απαιτεί λενινιστικές απαντήσεις
ΕΛΛΑΔΑ
Home
Πολιτική
Οικονομικά Θέματα
Ελληνική Ιστορία
Εργατικό Κίνημα
Νεολαία
Εκδηλώσεις
ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Θεωρία
Κλασσικοί
Οικονομία
Ιστορία
Παγκοσμιοποίηση
Περιβάλλον
Επιστήμη και Τεχνολογία
Τέχνη και Λογοτεχνία
Εκδόσεις
ντροπιΑΣΤΙΚΑ
Τα νέα της IMT
Αρχείο Ted Grant
ΔΙΕΘΝΗ
Ασία
Κεντρ. και Β. Αμερική
Λατινική Αμερική
Αφρική
Ευρώπη
Βαλκάνια
ΚΚΕ: Η συγκυρία απαιτεί λενινιστικές απαντήσεις Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Σταμάτης Καραγιαννόπουλος   
23.04.08

ΚΚΕ : Η ΣΥΓΚΥΡΙΑ ΑΠΑΙΤΕΙ ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ 

Είχαμε εξηγήσει αμέσως μετά τις εκλογές, ότι η άνοδος των ποσοστών του ΚΚΕ έδειξε πως ένα ευρύ στρώμα εργαζόμενων και νέων κοιτά προς το κόμμα και περιμένει σοβαρές απαντήσεις από αυτό και τονίζαμε ότι για να ανταποκριθεί στις ελπίδες τους η ηγεσία θα πρέπει να υιοθετήσει μια γνήσια λενινιστική πολιτική.

Η παρέλευση 6 μηνών, ιδιαίτερα κρίσιμων από τη σκοπιά της ταξικής πάλης και με σοβαρές πολιτικές εξελίξεις,  δυστυχώς έχει αποδείξει ότι η ηγεσία του κόμματος δεν ανταποκρίνεται στα καθήκοντα της περιόδου με έναν λενινιστικό τρόπο.

 ΟΙ ΧΩΡΙΣΤΕΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ «ΤΑΞΙΚΑ» ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ

 Ο Λένιν στη μπροσούρα του «Αριστερισμός : η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή») τόνιζε ότι είναι λάθος να διασπάται η πρωτοπορία από την μεγάλη μάζα του εργατικού κινήματος και πως τέτοιες τακτικές, αντί να αποδυναμώνουν τις γραφειοκρατίες των συνδικάτων, αντίθετα συντελούν στην ενδυνάμωσή τους. Την περίοδο που γράφτηκε αυτή η μπροσούρα, ο Λένιν από κοινού με τον Τρότσκι  καθοδηγώντας την Κομμουνιστική Διεθνή προώθησαν την πολιτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου που αποτυπώθηκε στις αποφάσεις του 3ου και - ιδιαίτερα - του 4ου συνεδρίου της (εκδόσεις «Σοσιαλισμός») και στόχευε στην διαφύλαξη της ενότητας των γραμμών της εργατικής τάξης και στην παράλληλη διευκόλυνση του σκοπού της προσέλκυσης πλατειών εργατικών μαζών στο πρόγραμμα των κομμουνιστών.

Δυστυχώς η ηγεσία του ΚΚΕ αντί να βαδίσει σε αυτόν το Λενινιστικό δρόμο, αμέσως μετά την εκλογική επιτυχία του κόμματος κλιμάκωσε την τακτική των χωριστών συγκεντρώσεων στο εργατικό κίνημα. Με αυτό τον τρόπο έκανε ακριβώς αυτό που καταδίκαζε ο Λένιν και μάλιστα σε μια περίοδο γενικευμένης επίθεσης του κεφαλαίου, όπου η ενότητα του εργατικού κινήματος είναι ένα ζωτικό ζήτημα.

Δυο είναι τα βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν την διαχωριστική τακτική από τους συντρόφους που την υπερασπίζουν. 1ο : «Δεν μπορούμε να κάνουμε κοινές συγκεντρώσεις με αυτούς που ξεπουλάνε τους αγώνες». Το επιχείρημα αυτό είναι απλά ένας συναισθηματικός αφορισμός. Ο καλύτερος τρόπος να παλέψει κανείς τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν είναι να διαχωρίζει τον εαυτό του από τις μάζες που την ακολουθούν, αλλά μέσα σε αυτές τις μάζες να διεξάγει, όπως τόνιζε ο Λένιν στον «Αριστερισμό», υπομονετική δουλειά για να τις κερδίσει.

Στο πλαίσιο αυτού του επιχειρήματος, χρησιμοποιούνται μάλιστα οι επικίνδυνοι, λαθεμένοι όροι «εργοδοτική ΓΣΕΕ» και «ταξικά συνδικάτα». Ο όρος «εργοδοτική ΓΣΕΕ» είναι επιζήμιος γιατί δημιουργεί τη μοιρολατρική εντύπωση ότι σε τελική ανάλυση είναι αδύνατο η ΓΣΕΕ να φύγει από τον έλεγχο της σημερινής συμβιβαστικής γραφειοκρατίας και να περάσει σε δυνάμεις ικανές να οδηγήσουν σε νικηφόρους ταξικούς αγώνες. Επίσης επιζήμιος είναι και ο όρος «ταξικά συνδικάτα», γιατί χωρίζει τεχνητά το συνδικαλιστικό κίνημα και χρεώνει στην ίδια την εργατική βάση των συνδικάτων που δεν ελέγχονται από το ΠΑΜΕ, την πρακτική των ηγεσιών τους.

2ο : «Δεν μπορούμε να διαδηλώνουμε με τα αιτήματα της ΓΣΕΕ, που υποστηρίζει το νόμο Ρέππα κ.λ.π». Αν αυτή η άποψη τραβηχτεί ως τη λογική της συνέπεια, δεν μπορούν να συνυπάρξουν στο ίδιο συνδικάτο οι εργάτες που ακολουθούν το πλαίσιο του ΠΑΜΕ με τους εργάτες που υποστηρίζουν τα αιτήματα της ΓΣΕΕ. Η λογική αυτής της άποψης οδηγεί ευθέως σε διάσπαση.

Όμως, όπως καμία δύναμη δεν μπορεί να επιβάλει στους κομμουνιστές που δουλεύουν σε ένα συνδικάτο το να μην προπαγανδίζουν το δικό τους ανεξάρτητο πρόγραμμα, ομοίως, όταν οι πλατειές μάζες της τάξης συσπειρώνονται στις συγκεντρώσεις των παραδοσιακών συνδικάτων, καμία δύναμη δεν μπορεί και δεν πρέπει να στέκεται εμπόδιο στους κομμουνιστές να ζυμώνουν μέσα σε αυτές τις μάζες το δικό τους πρόγραμμα πάλης. Αυτό είναι και το νόημα της προτροπής του Λένιν στον «Αριστερισμό» οι κομμουνιστές να δουλεύουν ακόμα και μέσα στα πιο αντιδραστικά συνδικάτα. Το να συμμετέχει ένας κομμουνιστής σε μια συγκέντρωση που καλεί η συνδικαλιστική γραφειοκρατία προσπαθώντας να πείσει τους εργάτες για το πρόγραμμά του κομμουνισμού, όχι απλά δεν είναι παραχώρηση στην ξεπουλημένη γραφειοκρατία, αλλά αντίθετα είναι επαναστατική πράξη, που υποσκάπτει τα θεμέλια της κυριαρχίας της.

Ο αντίλογος που συχνά ακούγεται από τους συντρόφους υποστηρικτές των χωριστών συγκεντρώσεων είναι ότι η τακτική αυτή δεν σημαίνει ότι διασπώνται τα ίδια τα συνδικάτα, αφού τα στελέχη του ΠΑΜΕ συμμετέχουν μαχητικά στη καθημερινή τους δραστηριότητα. Όμως το να συμμετέχεις στην καθημερινή ζωή των συνδικάτων και να διαχωρίζεσαι στις συγκεντρώσεις τους, όταν και τα προσεγγίζουν πλατύτερες μάζες εργατών, είναι σα να κάνεις όλη την απαραίτητη πρακτική δουλειά προετοιμασίας για τη μάχη και μόλις έρχεται η κρίσιμη ώρα να αυτό-αφοπλίζεσαι. Με τη διαχωριστική τακτική της ηγεσίας του ΠΑΜΕ λοιπόν, μόνη ωφελημένη βγαίνει η συνδικαλιστική γραφειοκρατία. 

 Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο «ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ»

 Το τελευταίο δίμηνο η ηγεσία του κόμματος δίνει έμφαση στην παρουσίαση της πρότασης εξουσίας του κόμματος. Πολύ σωστά μιλάει για την ανάγκη για μια πρόταση εξουσίας κι όχι για μια πρόταση διακυβέρνησης, παραπέμποντας στην αναγκαιότητα μιας ριζικής αλλαγής στην κοινωνία. Πολύ σωστά τονίζει την ανάγκη για κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, σχεδιασμένη οικονομία, εργατικό έλεγχο. Όμως όλες αυτές οι σωστές θέσεις βασίζονται πάνω σε τρία σαθρά βάθρα, που εμφανίζονται στο ισχύον πρόγραμμα του κόμματος και στα λοιπά κείμενα και τις τοποθετήσεις που εξηγούν την πρόταση εξουσίας.

Το πρώτο είναι η αναπαραγωγή της θεωρίας των σταδίων για το σοσιαλισμό. Στο πρόγραμμα του κόμματος τίθεται καθαρά ως πρώτος στόχος – στάδιο η κυβέρνηση του ΑΑΔΜ (Αντιμονοπωλιακό Αντι-ιμπεριαλιστικό Δημοκρατικό Μέτωπο), που θα το συγκροτήσουν μαζί με την εργατική τάξη δυνάμεις προερχόμενες από τα μικροαστικά στρώματα που δεν συμφωνούν με το στόχο του σοσιαλισμού. Όμως όπως ο Λένιν εξηγούσε στο έργο του «Ιμπεριαλισμός το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», δεν μπορεί να υπάρξει στην ιμπεριαλιστική εποχή κανένα ιδιαίτερο ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό.

Το δεύτερο είναι το ζήτημα της κρατικής εξουσίας. Η ηγεσία προβάλει τον στόχο της Λαϊκής εξουσίας. Η εξουσία όμως την εποχή της σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο βασικές τάξεις της αστικής κοινωνίας, το προλεταριάτο και την αστική τάξη, δεν μπορεί να είναι «λαϊκή», αλλά πρέπει να έχει σαν άρχουσα τη μια ή την άλλη τάξη.  Στο βιβλίο του «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» ο Λένιν ξεκαθάριζε αυτό το ζήτημα: «Ανάμεσα στην καπιταλιστική και την κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μεταβολής της πρώτης στη Δεύτερη. Στην περίοδο αυτή αντιστοιχεί μια μεταβατική πολιτική περίοδος, όπου το κράτος δεν μπορεί να πάρει άλλη μορφή από τη μορφή της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου.»

Τέλος το τρίτο προβληματικό βάθρο της πρότασης εξουσίας του κόμματος, είναι το πατριωτικό της περίβλημα. Οι Μαρξ και Ένγκελς τόνιζαν στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» ότι η πάλη του προλεταριάτου είναι εθνική μόνο στη μορφή, αλλά είναι διεθνική στο περιεχόμενο. Η πρόταση εξουσίας του κόμματος στη σημερινή εποχή της προχωρημένης φάσης του ιμπεριαλισμού, όπου η κάθε οικονομία είναι πλήρως εξαρτημένη από την παγκόσμια αγορά – και αυτό ισχύει χίλιες φορές περισσότερο για την ελληνική οικονομία με την αδύναμη παραγωγική της βάση – πρέπει να έχει μια άμεση διεθνιστική προοπτική. Ο αγώνας για τη σοσιαλιστική Ελλάδα είναι σήμερα αδιάρρηκτα δεμένος με τον αγώνα για σοσιαλιστικά Βαλκάνια, τη σοσιαλιστική Ευρώπη και τις Σοσιαλιστικές Πολιτείες ολόκληρου του κόσμου. Όμως ο σοσιαλισμός στο πρόγραμμα του κόμματος περιγράφεται μέσα στα όρια της Ελλάδας…

 Αυτή η θέση είναι πιστή αντιγραφή της σταλινικής θεωρίας του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» που σηματοδότησε την άνοδο της γραφειοκρατικής κάστας στο τιμόνι της ΕΣΣΔ μετά το θάνατο του Λένιν. Ολόκληρη η ιστορική εμπειρία της σταλινικής ΕΣΣΔ και των άλλων παραμορφωμένων εργατικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης απέδειξε ότι το χτίσιμο του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα είναι μια αντιδραστική ουτοπία. Η αποδοχή αυτής της θέσης αντανακλά σε τελική ανάλυση πάντα μια μικροαστική, πατριωτική λογική.

Δυστυχώς η έλλειψη άμεσης διεθνιστικής προοπτικής για τη σοσιαλιστική επανάσταση εκδηλώθηκε και στην στάση που τηρεί αυτές τις μέρες η ηγεσία του ΚΚΕ απέναντι στο Μακεδονικό. Αντί να υπερασπίσει το δικαίωμα της καταπιεσμένης εθνότητας των Σλαβομακεδόνων στον αυτοπροσδιορισμό, αντί να αναδείξει την καταπίεση που έχουν υποστεί από την ελληνική άρχουσα τάξη και να τους καλέσει σε κοινό αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό, τοποθετείται στο ζήτημα από μια πατριωτική κι όχι από μια προλεταριακή διεθνιστική σκοπιά, υποδυόμενη το ρόλο του συμβούλου της κυβέρνησης του κεφαλαίου για πατριωτικούς χειρισμούς στα «εθνικά» θέματα.

Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΣΥΡΙΖΑ

Τις τελευταίες εβδομάδες παρακολουθούμε μια μεγάλη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις. Αντί για μια συγκροτημένη πολιτική τοποθέτηση απέναντι στο φαινόμενο της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ, η ηγεσία του ΚΚΕ αντιδρά με έναν σπασμωδικό και αμήχανο τρόπο. Αρνείται να αποδεχθεί ότι η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει μια καθαρή ένδειξη πως οι εργαζόμενοι και η νεολαία αναζητούν πολιτική λύση στ’ αριστερά, σα να πρόκειται η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας από μόνη της να βλάψει πολιτικά το κόμμα. Το να αποδεχτεί όμως η ηγεσία του ΚΚΕ αυτή την κοινωνική τάση, είναι ζωτικό ζήτημα για να  μπορέσει να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της περιόδου και να διαμορφώσει τα κατάλληλα συνθήματα και την κατάλληλη τακτική.

Τι θα έπρεπε να κάνει μια γνήσια μαρξιστική – λενινιστική ηγεσία όντας αντιμέτωπη με την κίνηση της κοινωνίας προς τ’ αριστερά ; Καταρχήν θα πρόβαλε τον στρατηγικό της στόχο πιο αποφασιστικά και θα εξηγούσε την αναγκαιότητά του στα νέα ριζοσπαστικοποιημένα ακροατήρια. Είδαμε όμως πιο πάνω, ότι η εργατική εξουσία και ο σοσιαλισμός διαστρεβλώνονται στα κείμενα και τις τοποθετήσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της θεωρίας των σταδίων και του πατριωτισμού.

Ταυτόχρονα, μια γνήσια κομμουνιστική ηγεσία θα έπρεπε να υιοθετήσει την κατάλληλη τακτική για να έρθει σε επαφή με τα νέα αυτά ακροατήρια, που στη παρούσα φάση προσεγγίζουν ένα άλλο αριστερό κόμμα. Ο καλύτερος τρόπος για να γίνει κάτι τέτοιο είναι η πρόταση για συμμαχία με τον ΣΥΡΙΖΑ πάνω σε μια συγκεκριμένη βάση πολιτικών και ταξικών ζητημάτων.

Πάνω σε ποια βάση θα μπορούσε να προταθεί μια τέτοια συμμαχία; Εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο ΣΥΝ κινείται σε αριστερή τροχιά τα τελευταία χρόνια και μιλάει στα κείμενά του – έστω και θολά - για τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού, μια μαρξιστική ηγεσία θα μπορούσε να προτείνει στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ένα «εφ’ όλης της ύλης» πλαίσιο συμμαχίας, που θα ξεκινούσε από τον κοινό αγώνα για την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων και θα προωθούσε την προοπτική μιας εργατικής σοσιαλιστικής λύσης εξουσίας, με επίκεντρο μια κυβέρνηση ΚΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ με σοσιαλιστικό πρόγραμμα.

Η πρόταση για συμμαχία θα δώσει από μόνη της τεράστια πλεονεκτήματα στο ΚΚΕ. Αν γίνει αποδεκτή θα φέρει τη δυνατότητα για πολιτική επικοινωνία με χιλιάδες νέους αγωνιστές, ενώ ακόμα και αν απορριφθεί, το ενωτικό κάλεσμα από μόνο του θα προκαλέσει μεγάλη συμπάθεια στις τάξεις των αγωνιστών του ΣΥΡΙΖΑ.

Ποια είναι η τακτική όμως που έχει υιοθετήσει η ηγεσία του ΚΚΕ; Προσπάθεια να περιχαρακωθεί από τον ΣΥΝ με κάθε τρόπο, απόρριψη κάθε προοπτικής συνεργασίας ακόμα και πάνω σε στα πιο στοιχειώδη ζητήματα που υπάρχει απόλυτη ταύτιση των 2 κομμάτων («άρθρο 16», ανάγκη να μην περάσει το νέο ασφαλιστικό κ.λ.π). Το αποτέλεσμα αυτής της τακτικής όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, αλλά και η ίδια η ζωή μέσα στο εργατικό κίνημα και τη νεολαία, είναι ιδιαίτερα επιζήμιο για το κόμμα. Αντί να δημιουργηθεί ένα ρεύμα συμπάθειας για το ΚΚΕ μέσα τη νεόκοπη βάση του ΣΥΡΙΖΑ, γίνεται το αντίθετο. Είναι ένα μεγάλο τμήμα της βάσης του ΚΚΕ που βλέπει με συμπάθεια τα ενωτικά καλέσματα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία διακρίνονται για την αοριστία τους. Με αυτή την τακτική παγιώνεται στις πλατειές μάζες των εργαζόμενων η εικόνα ότι το ΚΚΕ είναι ένα «δογματικό», «αγκυλωμένο»  κόμμα. Ασφαλώς, η προπαγάνδα της αστικής τάξης διαχρονικά θα επιχειρεί να διαμορφώσει αυτή την εικόνα για ένα κόμμα που λέγεται κομμουνιστικό. Ωστόσο η σεχταριστική τακτική της ηγεσίας του ΚΚΕ απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ δυστυχώς «ρίχνει νερό» στο μύλο αυτής της διαρκούς προσπάθειας της άρχουσας τάξης. Το αποτέλεσμα είναι το κόμμα αντί να ωφελείται από την αριστερή στροφή της κοινωνίας, να εμφανίζει εικόνα στασιμότητας.  

ΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΣΜΟΣ

 Η στασιμότητα αυτή όπως είναι φυσικό έχει φέρει προβληματισμό στις γραμμές του κόμματος και της ΚΝΕ. Μια μαρξιστική ηγεσία όταν αυξάνονται οι φωνές προβληματισμού για την πολιτική του κόμματος στο εσωτερικό του, φροντίζει να ανοίξει η ίδια η συζήτηση, δίνοντας τη δυνατότητα σε όλους τους συντρόφους να πουν ελεύθερα τις απόψεις τους. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν έχει μόνο το συγκεντρωτικό σκέλος, αλλά περιλαμβάνει και το σκέλος της δημοκρατίας. Χωρίς αυτό μετατρέπεται σε γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μέλος του κόμματος πρέπει να είναι ελεύθερο να εκφράσει τη γνώμη του, χωρίς να φοβάται να χαρακτηριστεί φραξιονιστής ή υπονομευτής αν διαφωνεί με την ηγετική γραμμή.

 Η γνήσια λενινιστική παράδοση του μπολσεβίκικου κόμματος ήταν να υπάρχει ελεύθερη δημοκρατική ζωή και να επιτρέπεται η δημιουργία οργανωμένων ομάδων για την υπεράσπιση συγκεκριμένων θέσεων. Την εποχή του Λένιν είχαμε πολλές φορές τον σχηματισμό πολιτικών φραξιών στο κόμμα και οι διαφωνίες δεν ξορκίζονταν, ούτε ποινικοποιούνταν, αλλά χρησιμοποιούνταν για να ανέβει το πολιτικό επίπεδο του κόμματος. Ο Λένιν τόνιζε σχετικά :  «Είναι ανάγκη όλα τα μέλη του Κόμματος με απόλυτη ψυχραιμία και την πιο μεγάλη ευθύτητα, να καταπιάνονται κάθε φορά και να μελετάνε: πρώτα την ουσία των διαφωνιών και ύστερα την εξέλιξη της εσωκομματικής πάλης. Πρέπει και τα δύο να τα μελετούνε και να αποκτούν ακριβέστατα ντοκουμέντα για τις διάφορες γνώμες που πρέπει να τυπώνονται και να συζητιόνται απ’ όλες τις πλευρές» (Άπαντα Λένιν, τόμος 18, μερ. 1ο, σελ.29).

Δυστυχώς όμως το καταστατικό του κόμματος απαγορεύει τις οργανωμένες τάσεις ή αλλιώς φράξιες. Αυτή η παρέκκλιση από τις αρχές του μπολσεβικισμού γεννάει ένα σωρό παρενέργειες. Η απαγόρευση των φραξιών χρησιμοποιείται σαν φόβητρο που εμποδίζει την ελεύθερη έκφραση διαφωνιών. Οι διαφωνίες αντιμετωπίζονται σαν ένα ανεπιθύμητο πρόβλημα. Η έκφραση τους καταπιέζεται, παίρνει «υπόγειο» χαρακτήρα, βρίσκει αναγκαστικά ανεπίσημη διέξοδο σε όλων των ειδών τις μυστικές ομαδοποιήσεις. Προϊόν αυτής της κατάστασης είναι συχνά οι κρίσεις και οι διαγραφές.

Μια τέτοια κατάσταση φαίνεται ότι έχει δημιουργηθεί στην ΚΝΕ σήμερα με τις πρόσφατες διαγραφές ηγετικών στελεχών της. Αυτά τα στελέχη κατηγορήθηκαν για φραξιονισμό και διαγράφτηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς τα μέλη της οργάνωσης να πληροφορηθούν και να συζητήσουν τις απόψεις τους.

Τα μέλη της ΚΝΕ πρέπει να συζητούν ελεύθερα, χωρίς να φοβούνται ότι η διαφωνία τους θα φέρει διαγραφές. Οι διαγραφές δεν μπορούν να λύσουν κανένα πολιτικό πρόβλημα. Τα διοικητικά μέτρα το μόνο στο οποίο μπορούν να οδηγήσουν είναι η πτώση του ηθικού και η απώλεια μελών πολύτιμων για το κόμμα και την υπόθεση του σοσιαλισμού.

Ο γνήσιος δημοκρατικός συγκεντρωτισμός κι η ελεύθερη συζήτηση δεν είναι απλά ένα δικαίωμα για κάθε οργανωμένο κομμουνιστή. Είναι και η προϋπόθεση για να μπορέσει το κόμμα μέσα από ένα πραγματικά μπολσεβίκικο εσωτερικό καθεστώς να βρει το σωστό δρόμο, το δρόμο των γνήσιων ιδεών και μεθόδων του λενινισμού.  

Η Μαρξιστική Τάση και η εφημερίδα της «Μαρξιστική Φωνή» έχοντας βρεθεί στις κρίσιμες πολιτικές μάχες στο πλευρό του ΚΚΕ, έχουν αποδείξει ότι κάνουν κριτική από τη σκοπιά του φίλου και συντρόφου. Δηλώνουμε πως είμαστε ανοιχτοί, στα διαλείμματα του κοινού μας αγώνα, να συζητήσουμε με τους συντρόφους του ΚΚΕ αυτές τις απόψεις και να ακούσουμε κάθε πιθανό αντίλογό τους, με τον σεβασμό που ταιριάζει σε μια συζήτηση μεταξύ κομμουνιστών. 

 

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

 
< Προηγ.   Επόμ. >
 
 
 
 

   

ted.jpg
  


 

© 2008 ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
Joomla! is Free Software released under the GNU/GPL License.