Πρόβλεψη
και κατάπληξη
Ο Μάης του ’68 ήταν η μεγαλύτερη επαναστατική
γενική απεργία στην ιστορία. Το πανίσχυρο αυτό κίνημα ξέσπασε στην κορύφωση της
μεταπολεμικής οικονομικής ανόδου του καπιταλισμού. Τότε, όπως και μέχρι σήμερα,
οι αστοί και οι απολογητές τους, έδιναν συγχαρητήρια στους εαυτούς τους
λέγοντας ότι οι επαναστάσεις και η ταξική πάλη αποτελούν στοιχεία του
παρελθόντος. Τότε ήρθαν τα γαλλικά γεγονότα του 1968, που φάνηκαν να πέφτουν
σαν κεραυνός εν αιθρία. Η πλειοψηφία της επίσημης Αριστεράς αιφνιδιάστικε από
τα γεγονότα, αφού είχε ξεγράψει την ευρωπαϊκή εργατική τάξη από τις
επαναστατικές δυνάμεις.
Τον Μάη του 1968, ο Economist εξέδωσε ένα ειδικό
αφιέρωμα στη Γαλλία γραμμένο από τον
Νόρμαν Μακρέη για να σημειώσει τα δέκα χρόνια «Γκωλικής τάξης». Στο
αφιέρωμα αυτό ο Μακρέη υμνεί τις επιτυχίες του Γαλλικού καπιταλισμού,
επισημαίνοντας ότι οι Γάλλοι είχαν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από τους
Βρετανούς: κατανάλωναν περισσότερο κρέας, κατείχαν περισσότερα αυτοκίνητα
κ.λ.π. Και ανέφερε το « μεγάλο εθνικό πλεονέκτημα» της Γαλλίας σε σχέση με τη
γειτονική χώρα: τα γαλλικά συνδικάτα ήταν «τραγικά αδύναμα».
Το μελάνι στο άρθρο του
Μακρέη δεν είχε προλάβει καν να στεγνώσει όταν η γαλλική εργατική τάξη
κατέπληξε ολόκληρο τον κόσμο με μία κοινωνική εξέγερση πρωτοφανή στη νεότερη
ιστορία.
Τα γεγονότα του Μάη δεν
είχαν προβλεφθεί από τους στρατηγούς του κεφαλαίου στη Γαλλία αλλά και πουθενά
αλλού. Δεν είχαν προβλεφθεί ούτε από τους σταλινικούς και τους ρεφορμιστές
ηγέτες. Και τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα όσον αφορά στην αυτοαποκαλούμενη
επαναστατική Αριστερά. Οι διανοούμενες κυρίες και κύριοι που θεωρούσαν τους
εαυτούς τους Μαρξιστές (οι περισσότεροι από τους οποίους αφιέρωσαν δεκαετίες
στην υπεράσπιση του «ένοπλου αγώνα», της εξέγερσης και πάει λέγοντας) όχι μόνο
δεν προέβλεψαν το κίνημα των Γάλλων εργατών, αλλά αρνούνταν οποιαδήποτε τέτοιου
είδους πιθανότητα.
Ας πάρουμε για παράδειγμα
έναν από τους «θεωρητικούς» του ακαδημαϊκού Μαρξισμού, Andre Gorz. O κύριος αυτός έγραφε σε
ένα άρθρο του ότι «στο προσεχές μέλλον
δεν θα υπάρξει καμία κρίση στον Ευρωπαϊκό καπιταλισμό τόσο δραματική που να
οδηγήσει τις μάζες των εργατών σε επαναστατικές γενικές απεργίες ή σε ένοπλους
αγώνες στην υπεράσπιση των ζωτικών τους συμφερόντων» (A. Gorz,
Μεταρρύθμιση και Επανάσταση, στο The Socialist Register 1968). Αυτές οι γραμμές
εκδόθηκαν στη μέση της μεγαλύτερης επαναστατικής γενικής απεργίας στην
ιστορίας.
Ο Gorz δεν ήταν ο μόνος που είχε
ξεγράψει την εργατική τάξη. Ο «μεγάλος Μαρξιστής» Έρνεστ Μαντέλ μίλησε σε μια
συνάντηση στο Λονδίνο μόλις ένα μήνα πριν τα μεγάλα γεγονότα. Στη διάρκεια της
ομιλίας του μίλησε επί παντός επιστητού, αλλά δεν ανέφερε ούτε μία λέξη για την
κατάσταση της Γαλλικής εργατικής τάξης. Όταν οι αντιθέσεις τονίστηκαν σε αυτόν
από έναν από τους συντρόφους μας στη συνάντηση, η απάντησή του ήταν ότι οι
εργάτες είχαν αστικοποιηθεί και «Αμερικανοποιηθεί» και ότι δεν θα υπάρξει
κανένα κίνημα των Γάλλων εργατών για τα επόμενα είκοσι χρόνια.
Το υπόβαθρο
Αυτό που δεν κατάλαβε
κανείς από αυτούς του κυρίους ήταν το γεγονός ότι η μακρά περίοδος
καπιταλιστικής ανάπτυξης μετά το 1945 είχε μεταβάλλει την ταξική ισορροπία
δυνάμεων και είχε δυναμώσει αποφασιστικά την Ευρωπαϊκή εργατική τάξη. Πριν από
τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η Γαλλική άρχουσα τάξη προσπάθησε να στηριχθεί
στην καθυστέρηση. Μετά την εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας οι Γάλλοι αστοί
φοβούνταν θανάσιμα την ανάπτυξη του προλεταριάτου και έτσι ανέπτυξαν μια
παρασιτική οικονομία εισοδηματιών βασιζόμενη στην χρηματοδότηση κεφαλαίου, στις
τραπεζικές συναλλαγές και τις αποικίες.
Η ανάπτυξη της βιομηχανίας
σημαίνει ότι το ίδιο το προλεταριάτο είναι πολύ πιο ισχυρό από ότι ήταν τη
δεκαετία του 1930, πόσο μάλλον από την εποχή της Παρισινής Κομμούνας όπου
συγκεκριμένα όλοι οι εργάτες απασχολούνταν σε μικρές βιοτεχνίες. Ακόμη και το
1931 περίπου τα δύο τρίτα των βιομηχανικών επιχειρήσεων στην Γαλλία δεν
απασχολούσαν καθόλου μισθωτούς εργάτες ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο απασχολούσε
λιγότερους από δέκα. Μόνο το 0,5 % των βιομηχανιών απασχολούσε πάνω από εκατό
εργάτες. Παρόλα αυτά, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε μια ισχυρή
ανάπτυξη της βιομηχανίας στην Γαλλία, η οποία οδήγησε σε ραγδαία ενδυνάμωση του
προλεταριάτου και σταδιακή συρρίκνωση της αγροτικής τάξης.
Την περίοδο της επαναστατικής κρίσης του 1936,
ο μισός πληθυσμός της Γαλλίας εξασφάλιζε τα προς το ζην από την γεωργία, ενώ
σήμερα ο αγροτικός πληθυσμός αποτελεί λιγότερο από 6% του συνολικού. Μέχρι το
1968 η τάξη των μισθωτών είχε αναπτυχθεί
όχι μόνο σε αριθμούς, αλλά επίσης και με
όρους δυνατότητας πάλης. Η θεμελιώδης αλλαγή φάνηκε το 1968 στο ρόλο κλειδί που
έπαιξαν οι γιγάντιες βιομηχανίες όπως το εργοστάσιο της Renault στο Φλινς, με ένα
συνολικό εργατικό δυναμικό 10.500, από τους οποίους 1.000 συμμετείχαν σε
πικετοφορίες και τουλάχιστον 5.000 παραβρίσκονταν καθημερινά σε απεργιακές
συναντήσεις σε ένα και μόνο εργοστάσιο.
Το 1936, όταν ο ταξικός
συσχετισμός δυνάμεων ήταν προφανώς λιγότερο ευνοϊκός, σε μια κατάσταση που δεν
ήταν στο ελάχιστο τόσο προχωρημένη, ο Τρότσκι είχε πει ότι το Κομμουνιστικό και
το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα μπορούσαν να πάρουν την εξουσία: « Αν το κόμμα του Λέοντα Μπλουμ ήταν
πραγματικά Σοσιαλιστικό θα μπορούσε, βασισμένο στις γενικές απεργίες, να
ανατρέψει την αστική τάξη τον Ιούνιο, σχεδόν χωρίς εμφύλιο, με την ελάχιστη
προσπάθεια και τις ελάχιστες θυσίες. Αλλά το κόμμα του Μπλουμ είναι ένα
αστικό κόμμα, ο μικρός αδερφός του σάπιου Ριζοσπαστισμού.» (Λέων Τρότσκι, Για Τη Γαλλία, σελ. 178)
Ο συσχετισμός δυνάμεων το 1968 ήταν συντριπτικά
πιο ευνοϊκός. Μία ειρηνική μετάβαση ήταν δυνατή, αν οι ηγέτες του
Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας είχαν δράσει σαν Μαρξιστές. Είναι ουσιαστικό να
το τονίσουμε αυτό. Μόνο η προδοσία των Σταλινικών ηγετών, που αρνήθηκαν να
καταλάβουν την εξουσία όταν υπήρχαν οι πιο κατάλληλες συνθήκες, απέτρεψε την
Γαλλική εργατική τάξη από το να πάρει την εξουσία.
Ο ρόλος των φοιτητών
Οι φοιτητές αποτελούν
πάντα το ευαίσθητο βαρόμετρο των τάσεων που αναπτύσσονται στα βάθη της
κοινωνίας. Το κύμα των φοιτητικών διαδηλώσεων και καταλήψεων που προηγήθηκαν
των γεγονότων του Μάη ήταν κάτι σαν τον κεραυνό που προηγείται της καταιγίδας.
Στους μήνες πριν τον Μάη υπήρξε έντονη ζύμωση στους φοιτητές που
αποκρυσταλλώθηκε σε μια σειρά διαδηλώσεων και καταλήψεων.
Αντιμέτωπος με μια
αυξανόμενη παλίρροια φοιτητικών κινητοποιήσεων ο πρύτανης του επιφανούς
πανεπιστήμιου της Σορβόννης αποφάσισε να το κλείσει μόλις για δεύτερη φορά σε
700 χρόνια. Η πρώτη φορά ήταν το 1940, όταν οι Ναζί κατέλαβαν το Παρίσι. Η
απόπειρα της αστυνομίας να εκκενώσει το προαύλιο της Σορβόννης στις 3 Μαΐου
ήταν η σπίθα που ενεργοποίησε ένα βυτίο γεμάτο μπαρούτι. Ξεσπά βία στη Quartier Latin (Λατινική Συνοικία), με αποτέλεσμα περισσότερους από 100
τραυματίες και 596 συλλήψεις. Την επόμενη μέρα τα μαθήματα στη Σορβόννη
ακυρώθηκαν. Οι κύριες φοιτητικές οργανώσεις, η UNEF και η Snesup κάλεσαν σε απεργίες διαρκείας. Στις 6 Μαΐου δοθήκαν νέες μάχες στη Quartier Latin: 422 συλλήψεις, 345 αστυνομικοί και περίπου 600 φοιτητές
τραυματίστηκαν. Η καταπίεση προκάλεσε μαζική αγανάκτηση. Οργισμένοι φοιτητές
ξήλωναν πεζοδρόμια για να πετάξουν πέτρες στην αστυνομία και δημιούργησαν
οδοφράγματα στη βάση των παλιών καλών Γαλλικών παραδόσεων. Φοιτητές σε
πανεπιστήμια σε ολόκληρη τη χώρα δηλώνουν την συμπαράστασή τους.
Την νύχτα της 10ης Μαΐου υπήρξε
ολοκληρωτική εξέγερση στη Quartier Latin. Οι εξεγερμένοι δημιουργούν οδοφράγματα στα οποία η
αστυνομία απαντά με μεγάλη βιαιότητα. Οι οπλισμένοι κακοποιοί της Γαλλικής
αστυνομίας εισβάλουν σε ιδιωτικά διαμερίσματα και χτυπούνε βίαια απλούς
ανθρώπους, ακόμα και μια έγκυο γυναίκα. Αλλά ήρθαν αντιμέτωποι με περισσότερα
από όσα περίμεναν. Απλοί Παριζιάνοι βομβάρδισαν την αστυνομία με γλάστρες και
άλλα βαριά αντικείμενα που πετούσαν από τα παράθυρα! 367 άνθρωποι νοσηλεύτηκαν
και οι 251 ήταν αστυνομικοί. Άλλοι 720 τραυματίστηκαν και 468 συνελήφθησαν.
Αυτοκίνητα κάηκαν ή καταστραφήκαν. Ο Υπουργός Παιδείας προσβάλει τους
διαδηλωτές: «Ούτε μόρφωση, ούτε πίστη, ούτε νόμος» (Ni doctrine, ni foi, ni loi)
Κατά την διάρκεια της πρώτης εβδομάδας, οι ηγέτες
του Κ.Κ.Γ. είχαν υποτιμήσει τους φοιτητές και οι συνδικαλιστές ηγέτες είχαν
προσπαθήσει να τους αγνοήσουν. Η L’Humanité δημοσίευσε ένα άρθρο από των μελλοντικό ηγέτη του Κ.Κ.Γ. George Marchais με τον τίτλο Οι
Ψεύτικοι Επαναστάτες θα αποκαλυφθούν. Αλλά αντιμέτωπη με την γενική
κατακραυγή του πληθυσμού και την πίεση από τη βάση, η συνδικαλιστική
γραφειοκρατία αναγκάστηκε να λάβει δράση. Στις 11 Μαΐου, τα κύρια συνδικάτα, το
CGT, το CFDT και το FEN
κάλεσαν σε γενική απεργία για τις 13 του Μάη. Περίπου 200.000 διαδηλωτές
φώναζαν συνθήματα όπως «De
Gaulle
δολοφόνε!»
Επιστρέφοντας εσπευσμένα
στο Παρίσι, ο George Pompidou ανακοίνωσε την
επαναλειτουργία της Σορβόννης την ίδια μόλις μέρα. Αυτό είχε σαν στόχο να
λειτουργήσει σαν χειρονομία συμβιβασμού που θα απέτρεπε την κοινωνική έκρηξη.
Άλλα ήταν πολύ λίγο, πολύ αργά. Οι μάζες το εξέλαβαν σαν ένδειξη αδυναμίας και
κινήθηκαν ακόμη πιο μπροστά.
Γενική Απεργία
Η ζύμωση ανάμεσα στους
φοιτητές ήταν μόνο η πιο προφανής ένδειξη της δυσαρέσκειας στη Γαλλική
κοινωνία. Παρά την οικονομική ανάπτυξη, οι Γάλλοι καπιταλιστές είχαν ασκήσει
ανελέητη πίεση στους εργάτες. Κάτω από τη επιφάνεια της φαινομενικής ηρεμίας
υπήρχε μία τεράστια συσσώρευση αγανάκτησης, πικρίας και απογοήτευσης. Ήδη από
το Γενάρη υπήρξαν βίαιες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια διαδήλωσης από απεργούς
στο Caen.
Η γενική απεργία στις 13
Μάη σηματοδότησε μια ποιοτική στροφή. Εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητών και εργατών
ξεχυθήκαν στους δρόμους το Παρισιού. Μία ιδέα από αυτή τη κατάσταση μας
μεταφέρει η ακόλουθη περιγραφή της μεγαλειώδους διαδήλωσης του ενός
εκατομμυρίου, η οποία κατέλαβε τους δρόμους του Παρισιού την 13η του
Μάη:
«Ατελείωτα στοιχειοθετούνταν μπροστά. Υπήρχαν
ολόκληρα τμήματα από νοσοκομειακό προσωπικό με λευκές ποδιές, με κάποιους από
αυτούς να κρατούν αφίσες που έλεγαν ‘Πού είναι οι αγνοούμενοι τραυματίες;’.
Κάθε εργοστάσιο, κάθε μεγάλη βιοτεχνία φαινόταν να είχε αντιπροσώπους. Υπήρχαν
υπεράριθμες ομάδες από εργάτες στους σιδηρόδρομους, ταχυδρόμους, τυπογράφους,
προσωπικό του μετρό, μεταλεργάτες, εργαζόμενους στη πολιτική αεροπορία, μικρούς
εμπόρους, ηλεκτρολόγους, δικηγόρους, εργάτες στις αποχετεύσεις, τραπεζικούς υπαλλήλους,
οικοδόμους, εργάτες σε εργοστάσια χημικών και γυαλιού, σερβιτόρους, δημοτικούς
υπαλλήλους, μπογιατζήδες και διακοσμητές, εργαζόμενους στο αέριο, πωλήτριες,
ασφαλιστικούς υπαλλήλους, σκουπιδιάρηδες, κινηματογραφιστές, οδηγούς
λεωφορείων, δασκάλους, εργάτες σε βιομηχανίες πλαστικών, σε συνεχόμενα μπλοκ, η
σάρκα και τα οστά της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας, μία ατελείωτη μάζα,
μια δύναμη που θα μπορούσε να παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της , αν το
επιθυμούσε.» (απόσπασμα από το Revolutionary Rehearsals/Επαναστατικές Πρόβες, σελ.12)
Οι ηγέτες των συνδικάτων πίστευαν ότι αυτή η
κινητοποίηση θα ήταν αρκετή για να σταματήσει το κίνημα. Οι ηγέτες δεν είχαν
καμία πρόθεση να συνεχίσουν και να εξαπλώσουν τη γενική απεργία. Είδαν τη
διαδήλωση σαν ένα μέσο εκτόνωσης. Αλλά από τη στιγμή που άρχισε, το κίνημα
σύντομα απόκτησε τη δική του ζωή. Το κάλεσμα σε γενική απεργία ήταν σαν ένας
βαρύς βράχος που ρίχτηκε σε ήρεμη λίμνη.
Τα κύματα απλωθήκαν σε κάθε γωνιά της Γαλλίας.
Παρόλο που μόνο τριάμισι εκατομμύρια εργάτες ήταν οργανωμένοι στα συνδικάτα,
δέκα εκατομμύρια απέργησαν και ταυτόχρονα άρχισε ένα κύμα καταλήψεων
εργοστασίων σε όλη τη Γαλλία.
Στις 14 Μάη, μία μέρα μετά τη μαζική διαδήλωση στο
Παρίσι, οι εργάτες κατέλαβαν τη Sud-Aviation (αεροπορική εταιρία) στη
Νάντη και το εργοστάσιο της Renault στο Κλεόν και ακολούθησαν οι εργάτες της Renault στις Flins, Le Mans και Boulogne-Billancourt. Απεργίες χτύπησαν και άλλα εργοστάσια κατά μήκος
της Γαλλίας, συν το RATP και το SNCF. Η διανομή εφημερίδων σταμάτησε. Στις 18 Μαΐου οι
ανθρακωρύχοι σταμάτησαν τη δουλειά και ακινητοποιήθηκαν όλα τα μέσα μαζικής
μεταφοράς στο Παρίσι και σε δεκάδες άλλες μεγάλες πόλεις. Οι επόμενοι ήταν οι εθνικοί
σιδηρόδρομοι, ενώ ακολούθησαν οι αερομεταφορές, τα λιμάνια, τα ταχυδρομεία, τα
φέρρυ μπόουτ, οι εργάτες στο αέριο και την ηλεκτροδότηση (οι οποίοι συμφώνησαν
να διατηρήσουν τις οικιακές παροχές).
Οι εργάτες πήραν το έλεγχο των αποθεμάτων πετρελαίου
στη Νάντη, αρνούμενοι την είσοδο σε όλα τα βυτιοφόρα που δεν είχαν
εξουσιοδότηση από την απεργιακή επιτροπή. Ένα πανό τοποθετήθηκε στο μοναδικό
υπό λειτουργία βενζινάδικο, που επιβεβαίωνε ότι βενζίνη θα δινόταν μόνο σε
γιατρούς. Υπήρξε συνεννόηση με τις αγροτικές ενώσεις της γύρω περιοχής, και
κανονίστηκαν προμήθειες τροφίμων, με τιμές ελεγχόμενες από τους εργάτες και
τους αγρότες. Για να αποφύγουν τη κερδοσκοπία, τα καταστήματα αναγκάστηκαν να
κολλήσουν ένα αυτοκόλλητο που έλεγε: «Το κατάστημα εξουσιοδοτείται να είναι
ανοιχτό. Οι τιμές βρίσκονται υπό την μόνιμη επίβλεψη των συνδικάτων.» Τα
αυτοκόλλητα υπογράφονταν από τα CGT, CFDT
και FO. Ένα λίτρο γάλα πωλούνταν
προς 50 λεπτά σε σύγκριση με το σύνηθες των 80 λεπτών. Ένα κιλό πατάτες
μειώθηκε από τα 70 στα 12 λεπτά, ένα κιλό καρότα από 80 σε 50 κ.ο.κ.
Οι φοιτητές, δάσκαλοι,
επαγγελματίες, χωρικοί, επιστήμονες, ποδοσφαιριστές ακόμη και τα κορίτσια του Follies Bergères (οίκοι
ανοχής )
όλοι ριχτήκαν στον αγώνα. Στο Παρίσι οι φοιτητές κατέλαβαν τη Σορβόννη. Το
θέατρο Theatre de l'Odéon κατελήφθη από 2.500
φοιτητές και οι μαθητές κατέλαβαν τα σχολεία:
«Ο πυρετός των καταλήψεων έπιασε και την
διανόηση. Ριζοσπάστες γιατροί κατέλαβαν τα κεντρικά γραφεία της Ιατρικής
Ένωσης, ριζοσπάστες αρχιτέκτονες επικύρωσαν τη διάλυση της δικής τους ένωσης,
οι ηθοποιοί έκλεισαν όλα τα θέατρα του κεφαλαίου, οι συγγραφείς ηγούμενοι από
τον Michel Butor κατέλαβαν την
Societé des Gens de Lettres (Κοινότητα του Κόσμου των
Γραμμάτων) στο ξενοδοχείο Massa. Ακόμη και τα στελέχη
επιχειρήσεων μπήκαν στη δράση, κλείνοντας για λίγο το κτίριο του Conseil National du Patronat Français ( Εθνικό Συμβούλιο Γάλλων Βιοτεχνών), και έπειτα
κινήθηκαν προς τη Confederation Generale des Cadres (Γενική Συνομοσπονδία Στελεχών)». (David Caute, Sixty-Eight, the Year of the Barricades/Εξηντα Οκτώ, Η χρονιά των Οδοφραγμάτων, σελ.203).
Αφού τα σχολεία ήταν
κλειστά, δάσκαλοι και μαθητές οργάνωσαν παιδικούς σταθμούς, ομάδες ψυχαγωγίας,
δωρεάν γεύματα και δραστηριότητες για τα παιδιά των απεργών. Επιτροπές γυναικών
των απεργών οργανώθηκαν και έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στην οργάνωση προμηθειών
τροφίμων. Όχι μόνο οι φοιτητές και οι μαθητές, αλλά επίσης και οι επαγγελματίες
δικηγόροι μολύνθηκαν με το μικρόβιο της επανάστασης. Οι αστρονόμοι κατέλαβαν
ένα αστεροσκοπείο. Υπήρξε απεργία στο Κέντρο πυρηνικής έρευνας στο Saclay, όπου η πλειοψηφία των υπαλλήλων ήταν ερευνητές,
τεχνικοί, μηχανικοί ή απόφοιτοι επιστήμονες. Μέχρι και η Εκκλησία επηρεάστηκε.
Στη Latin Quarter, νεαροί Καθολικοί
κατέλαβαν εκκλησία και απαίτησαν συζήτηση αντί για μετάληψη
Η Εξουσία στους δρόμους
Η εξέγερση στο Παρίσι
συνεχίστηκε, με εργάτες και φοιτητές να αντιμετωπίζουν δακρυγόνα και γκλόπς. Σε
μία μόνο νύχτα έγιναν 795 συλλήψεις και 456 τραυματιστήκαν. Οι διαδηλωτές
επιχείρησαν να πυρπολήσουν το Χρηματιστήριο αυτό το μισητό σύμβολο του
καπιταλισμού. Ένας αξιωματικός της αστυνομίας σκοτώθηκε στη Λιόν από φορτηγό.
Από τη στιγμή που ρίχτηκαν
στη μάχη οι εργάτες άρχισαν να παίρνουν πρωτοβουλίες, που πήγαν πολύ μακριά από
τα όρια μιας απλής απεργίας. Το στοιχείο κλειδί για την ομοιογένεια των
κινητοποιήσεων ήταν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Συνήθως αυτά αποτελούν ισχυρά
όπλα στα χέρια του κράτους. Αλλά επίσης εξαρτώνται από τους εργαζόμενους που
δουλεύουν στο ραδιόφωνο και τη τηλεόραση. Στις 25 Μάη το κρατικό ραδιόφωνο και
η τηλεόραση – το ORTF – ξεκινούν απεργία. Τα
τηλεοπτικά νέα των 20.00 διακόπηκαν. Οι δημοσιογράφοι και οι τυπογράφοι
επέβαλαν ενός είδους εργατικό έλεγχο στο τύπο. Οι αστικές εφημερίδες
αναγκάστηκαν να δεχθούν έλεγχο της ύλης τους και να τυπώσουν τις διακηρύξεις
της Επιτροπής των Εργατών.
Η Εθνοσυνέλευση συζήτησε
την κρίση στα πανεπιστήμια και τις μάχες του Quartier Latin. Αλλά οι συζητήσεις στα έδρανα της Συνέλευσης ήταν ήδη
περιττές. Η εξουσία είχε γλιστρήσει από τα χέρια των νομοθετών και είχε
εξαπλωθεί στους δρόμους. Στις 24 Μάη ο πρόεδρος De Gaulle ανακοίνωσε ένα δημοψήφισμα στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Όμως το σχέδιο
να κατεβάσει δημοψήφισμα ματαιώθηκε από τη δράση των εργατών. Ο στρατηγός ήταν
ανίκανος ακόμη και να τυπώσει ψηφοδέλτια για το δημοψήφισμα λόγω της απεργίας
των Γάλλων εργατών στα τυπογραφεία αλλά και την άρνηση των Βέλγων συναδέλφων
τους να συνεργαστούν. Αυτό δεν ήταν το μόνο παράδειγμα διεθνιστικής
αλληλεγγύης. Γερμανοί και Βέλγοι οδηγοί τρένων ακινητοποίησαν τα τρένα τους στα
Γαλλικά σύνορα για να μη σπάσουν τη απεργία.
Οι δυνάμεις της
αντίδρασης, που μέχρι τότε βρίσκονταν υπό καθεστώς σοκ και άμυνας, άρχισαν να
οργανώνονται. Οι Επιτροπές για την Υπεράσπιση της Δημοκρατίας άρχισαν να
στήνονται με στόχο να κινητοποιήσουν τη
μεσαία τάξη ενάντια στους εργάτες και τους φοιτητές. Η ταξική ισορροπία
δυνάμεων δεν είναι απλά ζήτημα σχετικής αριθμητικής υπεροχής της εργατικής
τάξης σε σχέση με τους αγρότες και τη μεσαία τάξη γενικότερα. Από τη στιγμή που
το προλεταριάτο εισέρχεται σε μια αποφασιστική μάχη, δείχνοντας στον εαυτό του
ότι είναι μια ισχυρότατη δύναμη στην κοινωνία, γρήγορα αποσπά την
εκμεταλλευόμενη μάζα των αγροτών και τον μικρών επαγγελματιών που έχουν
τσακιστεί από τις τράπεζες και τα μονοπώλια. Αυτό ήταν προφανές το 1968, όπου
οι αγρότες έστησαν μπλόκα γύρω από τη Νάντη και παρείχαν δωρεάν τρόφιμα στους
απεργούς.
Ο μύθος του «ισχυρού κράτους»
Το κίνημα έπιασε την
άρχουσα τάξη και τη κυβέρνηση κυριολεκτικά στον ύπνο. Είχαν τρομοκρατηθεί από
το κίνημα των φοιτητών, όπως παραδέχεται ο τότε πρωθυπουργός Pompidou: « Κάποιοι… πίστευαν ότι
ανοίγοντας ξανά την Σορβόννη και ελευθερώνοντας τους φοιτητές έδειξα αδυναμία
και άφησα το κίνημα να συνεχίσει. Θα
απαντήσω απλά ως εξής: ας υποθέσουμε ότι, τη Δευτέρα 13 Μάη η Σορβόννη είχε
παραμείνει κλειστή κάτω από τη προστασία της αστυνομίας. Ποιος μπορεί να
φανταστεί ότι το πλήθος θα είχε αποτύχει να μπει παρασέρνοντας τα πάντα στο
πέρασμά του σαν πλημμυρισμένο ποτάμι; Προτίμησα να ανοίξω τη Σορβόννη και να τη
δώσω στους φοιτητές από το να τους δω να τη καταλαμβάνουν με τη βία.» (G. Pompidou: Pour Retablir une Verite, σελ.184-5)
Κάπου αλλού προσθέτει:
«Η κρίση ήταν απείρως πιο σοβαρή και πιο βαθιά: το
καθεστώς θα απέμενε ή θα ανατρεπόταν, αλλά δεν θα μπορούσε να σωθεί από μια
απλή αλλαγή προσώπων. Δεν ήταν μόνο η
θέση μου που είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Ήταν ο στρατηγός De Gaulle, η Πέμπτη Δημοκρατία, και, σε μεγάλο βαθμό η ίδια η
Δημοκρατία.»( στο ίδιο, σελ. 197)
Τί εννοούσε ο Pompidou όταν έλεγε ότι «η ίδια η
Δημοκρατία» βρισκόταν σε κίνδυνο; Εννοούσε ότι το ίδιο το καπιταλιστικό κράτος
απειλούνταν με κατάργηση. Και σε αυτό, είχε δίκιο. Αφότου ο Pompidou προσπάθησε να εξαλείψει
την κρίση ανοίγοντας τη Σορβόννη το κίνημα απέκτησε φρέσκια ορμή με μια νέα
διαδήλωση 250.000. Τρομοκρατημένο ότι οι φοιτητές θα ενώσουν τις δυνάμεις τους
με τους εργάτες και θα καταλάβουν τα Ιλίσια Πεδία, το προεδρικό ανάκτορο
εκκενώθηκε.
Ο De Gaulle αρχικά έθεσε την εμπιστοσύνη του στους Σταλινικούς ηγέτες για να σώσουν τη
κατάσταση. Είπε στο ναύαρχό του François Flohic, «Μην
ανησυχείς Flohic, οι
Κομμουνιστές θα τους βάλουν σε τάξη.» (Philippe Alexandre, Τα Ιλίσια Πεδία σε
κίνδυνο, σελ. 299.)
Τι αποδεικνύουν αυτές οι
λέξεις; Λίγο ή πολύ ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν θα είχε επιβιώσει χωρίς τη
στήριξη των ρεφορμιστών (και Σταλινικών) εργατικών ηγετών. Αυτή η υποστήριξη
αξίζει σε αυτούς πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε αριθμό τανκς ή αστυνομικών.
Ο De Gaulle, ως έξυπνος αστός, το κατάλαβε αυτό άριστα. Σε μία απόπειρα να δείξει την
απόλυτη αντίθεσή του στα γεγονότα της Γαλλίας, ο πρόεδρος De Gaulle έφυγε για μια κρατική υπόθεση στη Ρουμανία, όπου
και καλωσορίστηκε με ανοιχτές αγκάλες από τον «Κομμουνιστή» Τσαουσέσκου. Παρόλα
αυτά η πεποίθηση του Στρατηγού δεν κράτησε για πολύ.
Η ουσία μίας επανάστασης
είναι ότι οι μάζες αρχίζουν να μετέχουν ενεργά στα γεγονότα, αρχίζουν να
παίρνουν τη κατάσταση στα χέρια τους. Πίσω στη Γαλλία, οι «Κομμουνιστές» ηγέτες
έχαναν τον έλεγχο. Κόκκινες σημαίες αναρτήθηκαν σε εργοστάσια, σχολεία,
πανεπιστήμια, εργατικές ενώσεις, ακόμα και σε αστεροσκοπεία. Η κυβέρνηση ήταν
ανίσχυρη, μετέωρη από το κίνημα. Το Γκωλικό «ισχυρό κράτος» είχε παραλύσει. Η
εξουσία βρισκόταν πραγματικά στα χέρια της εργατικής τάξης.
Οι ειδήσεις από την ραγδαία αυξανόμενη κρίση στο
Παρίσι τάραξαν τον De Gaulle. Αντιμέτωπος με μία αυξανομένη παλίρροια
εξέγερσης ο πρόεδρος De Gaulle αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την υποδυόμενη
αδιαφορία του, να διακόψει το προεδρικό του ταξίδι στη Ρουμανία και να
επιστρέψει εσπευσμένα στη Γαλλία. Στο παλάτι, ο πρόεδρος De Gaulle είπε τις αθάνατες λέξεις: "La réforme, oui; la chienlit, non" ,« Μεταρρυθμίσεις ναι, μυξιάρικα παιδιά όχι».
Χρησιμοποιώντας τέτοια γλώσσα, ο De Gaulle εξέφραζε την απαξίωσή του για τα «παιδιά» στους δρόμους. Αλλά το κίνημα
είχε πάει τώρα πιο μακριά από απλές διαδηλώσεις φοιτητών. Τα λιγότερο
αναμενόμενα στρώματα τραβήχτηκαν στον επαναστατικό αγώνα. Επαγγελματίες στον
κινηματογράφο κατέλαβαν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Σπουδαίοι Γάλλοι
σκηνοθέτες απέσυραν τις ταινίες τους από το διαγωνισμό και η κριτική επιτροπή
παραιτήθηκε, αναγκάζοντας το φεστιβάλ να κλείσει.
Μέχρι τις 20 Μάη περίπου
10 εκατομμύρια εργάτες βρίσκονταν σε απεργία. Η χώρα είχε παραλύσει.. Στις 20
του Μάη μια επικριτική κίνηση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης απέτυχε μόλις
για 11 ψήφους να πάρει τη πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση. Η κυβέρνηση κατέρρεε
και ο De Gaulle ήταν σε απόγνωση. Όμως την ίδια ακριβώς στιγμή οι
ηγέτες της Συνομοσπονδίας εργατών προσέφεραν στον De Gaulle σανίδα σωτηρίας
ανακοινώνοντας την πρόθεσή τους να διαπραγματευτούν με την ένωση εργοδοτών και
την κυβέρνηση.
Έτσι δίνεται αμνηστία
στους διαδηλωτές από την Εθνοσυνέλευση. Επιτέλους! Έχοντας αποτύχει να
τσακίσουν το κίνημα με τη βία, οι αρχές άρχισαν τους συμβιβασμούς με στόχο να
εκτονώσουν την κατάσταση και να κερδίσουν χρόνο. Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση
συνεργάστηκε με τους συνδικαλιστές ηγέτες για να αποκεφαλίσουν το επαναστατικό
κίνημα και να το οδηγήσουν σε ασφαλή δρόμο. Την ίδια στιγμή που πρόσφερε
συμβιβασμό στους φοιτητικούς και εργατικούς ηγέτες, το κράτος συνέχισε με
επιλεκτικές επιθέσεις εναντίων αυτών που αποκαλούσε ανατρεπτικά στοιχεία. Για
τον Daniel Cohn-Bendit, τον αναρχικό φοιτητή η άδεια διαμονής του αποσύρεται. Αυτή ήταν μια
ανόητη κίνηση, αφού η πραγματική επιρροή του Cohn-Bendit στο κίνημα ήταν μικρή.
Αλλά αυτή η πράξη της κυβέρνησης ήταν αρκετή για να προκαλέσει μία μαζική
διαδήλωση στο Παρίσι εναντίον της.
O De Gaulle απογοητεύεται
Ο βιογράφος του De Gaulle, Charles Williams, περιγράφει γλαφυρά την
ψυχολογία του προέδρου την παραμονή της ομιλίας του στο έθνος την 24η
Μαΐου:
« Δεν υπήρχε καμία
αμφιβολία ότι μετά την επιστροφή του από τη Ρουμανία, ο πρόεδρος είχε ταραχθεί
ιδιαίτερα από τη κατάσταση που βρήκε στη Γαλλία. Τις τρεις πρώτες μέρες για
κάποιον επισκέπτη που είχε να τον δει αρκετό καιρό, έδειχνε κουρασμένος,
γερασμένος και αναποφάσιστος. Σαν αυτά που του συνέβαιναν να ήταν υπερβολικά
πολλά για αυτόν.
Η μετάδοση στις 24 Μάη,
ήταν μια μεγάλη αποτυχία. Ο πρόεδρος έδειχνε και ακουγόταν κλονισμένος και
φοβισμένος. Είναι αλήθεια ότι ανακοίνωσε δημοψήφισμα, όμως ουσιαστικά δεν ήταν
ξεκάθαρο ποιοι θα ήταν οι ακριβείς όροι του ζητήματος. Είπε ότι ήταν καθήκον
του κράτους να διασφαλίσει τη δημόσια ασφάλεια, αλλά η φωνή του στερούνταν του
παλιού της κύρους και οι φράσεις του, παρόλο που χρησιμοποιούσε την ίδια
αυστηρή γλώσσα κατά κάποιο τρόπο είχαν χάσει τη παλιά τους πειθώ. Παρουσιάστηκε σαν ένας γέρος κουρασμένος και πληγωμένος. Το ήξερε και ο ίδιος. ‘Έχασα
τον στόχο’, είπε εκείνο το απόγευμα. Το καλύτερο που μπόρεσε να πει ο Pompidou ήταν ότι ‘Θα μπορούσε να
ήταν και χειρότερα’». (C. Williams, Ο
Τελευταίος Μεγάλος Γάλλος, Η ζωή του Στρατηγού De Gaulle, σελ. 463-4)
«Αλλά η διάθεση του De Gaulle την επόμενη μέρα
χειροτέρευσε. Ήταν, όπως είπε ένας υπουργός του, ‘λυγισμένος, σκυφτός και γερασμένος’.
Συνέχεια επαναλάμβανε: ‘όλα είναι χάλια’.
Από τις 25 έως τις 28 Μαΐου
ο De Gaulle παρέμενε σε μια κατάσταση πρωτοφανούς θλίψης. Οι διαπραγματεύσεις του Pompidou με τα συνδικάτα
αποδείχθηκαν φάρσα. Απλά τους έδωσε ότι του ζήτησαν: θαρραλέες αυξήσεις στους
μισθούς, κοινωνικές παροχές, και αύξηση του ελάχιστου μισθού κατά 35%. Η μόνη
εμπλοκή ήταν ότι αφότου είχε υπογραφεί η συμφωνία, η CGT επέμενε ότι η συμφωνία θα έπρεπε να αξιολογηθεί από τα
μέλη της.
Το Υπουργικό Συμβούλιο
συναντήθηκε στις 15.00 στις 27 Μάη. Ο Στρατηγός ήταν παρόν, όμως φάνηκε ότι η
καρδιά και το μυαλό του βρίσκονταν αλλού. Κοίταζε τους υπουργούς του με απλανές
βλέμμα, τα χέρια του ήταν πεσμένα πάνω στο τραπέζι, οι ώμοι του κρέμονταν, και
έδειχνε φαινομενικά τελείως αδιάφορος για ότι συνέβαινε γύρω του. Υπήρξε μία
συζήτηση για το δημοψήφισμα. Προφανώς ο Στρατηγός άκουσε μόνο ένα μέρος της.»
(στο ίδιο, σελ. 464 – 5)
Αυτά τα αποσπάσματα από
μία τιμητική βιογραφία δίνουν μια ζωντανή εικόνα της ολικής απογοήτευσης, του
πανικού και της έλλειψης προσανατολισμού. Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρέσβη, Ο De Gaulle του είπε ότι «το παιχνίδι
έχει χαθεί. Σε μερικές μέρες οι Κομμουνιστές θα βρίσκονται στην εξουσία.»
Μετάφραση: Ορέστης Δούλος
|