|
Με την απαίτηση για την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές
ταυτότητες και με την πρόσφατη διένεξη της Ελλαδικής εκκλησίας και του
πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης , ήλθε ξανά στο προσκήνιο το σημαντικό ζήτημα
των σχέσεων εκκλησίας-κράτους. Μια σχέση διαχρονική που έχει στιγματίσει σε μεγάλο
βαθμό την ιστορία της Ελλάδας.
Η ελληνική εκκλησία έχει παίξει αντιδραστικό ρόλο σε όλα τα γεγονότα που
διαμόρφωσαν την πορεία του Ελληνικού κράτους (Τουρκοκρατία-απελευθέρωση,
εγκαθίδρυση μοναρχίας, πραξικόπημα Μεταξά, κατοχή 1940-44, εμφύλιος πόλεμος, «λευκή»
τρομοκρατία, χούντα απριλιανών, μεταπολίτευση).
Είναι εύλογο να αναρωτιέται κανείς πως είναι δυνατόν μια «χούφτα»
ανθρώπων με μαύρα ράσα να έχουν καθοριστικό στις κοινωνικές εξελίξεις. Η
απάντηση είναι περίπλοκη γι’ αυτό και πρέπει να ανατρέξουμε στα βάθη του χρόνου
ερευνώντας γενικότερα την καταγωγή της
θρησκείας και την επιρροή της στις ανθρώπινες κοινωνίες.
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
Η
κοινωνική εξέλιξη του ανθρώπου πέρασε από πολλά στάδια, έως ότου
διαμορφώσει την σημερινή της μορφή. Ο άνθρωπος στα χρόνια των πρωτόγονων
κοινωνιών ανήμπορος να εξηγήσει επιστημονικά την προέλευσή του και τον ρόλο του
στην ζωική αλυσίδα και το φυσικό του περιβάλλον, άρχισε να σχηματίζει στο μυαλό
του την ιδέα του «θεού».
Έπρεπε όμως να δώσει μια κατανοητή γι’ αυτόν μορφή στην έννοια του
«θεού», και το έπραξε με τον πλέον εύκολο τρόπο, «θεοποιώντας» την φύση και τα
φυσικά φαινόμενα. Γεννήθηκε λοιπόν η πρώτη θρησκεία στις ανθρώπινες κοινότητες,
η ανιμιστική λατρεία.
Όπως όλα στην ζωή βαίνουν τον δρόμο της εξέλιξης σύμφωνα με τους νόμους
της φυσικής, έτσι και η νεοσύστατη θρησκεία (απόρροια της εσωτερικής ανάγκης του ανθρώπου να
εξηγήσει την φύση και την ύπαρξή του) άρχισε να εξελίσσεται σε απόλυτη σχέση με
την κοινωνική εξέλιξη του ανθρώπου.
Έτσι εμφανίζεται η Παγανιστική λατρεία που αντικατέστησε τον ανιμισμό. Ο
παγανισμός επιβλήθηκε απόλυτα την εποχή που ήδη είχαν διαμορφωθεί οι κοινωνικές
τάξεις. Εμφανίζονται για πρώτη φορά οι πανίσχυροι ιεροφάντες και μάντεις (κάτι
ανάλογο των σημερινών δεσποτών), οι ήρωες (άγιοι της αρχαιότητας), που για
πρώτη φορά έχουν σοβαρό λόγο και παρέμβαση στα πολιτικά δρώμενα.
Ισχυροποιείται η έννοια του «θεού» σε τόσο μεγάλο βαθμό που πολλές φορές
με «θεϊκό χρησμό» νομιμοποιήθηκαν εγκληματικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις
εναντίων άλλων λαών. Έχουμε έτσι την πρώτη συνεργασία κράτους-θρησκευτικής
ηγεσίας ενάντια σε κοινωνικές ομάδες ή ξεχωριστές φυλές.
Εδώ εμφανίζονται ο «από μηχανής θεός» (θεϊκή παρέμβαση στα ανθρώπινα
δρώμενα), οι ημίθεοι (θνητοί με υπεράνθρωπες θεϊκές δυνατότητες) και τέλος ο
«θεάνθρωπος» (υιός του θεού). Η θεϊκή ιεραρχία οργανώνεται με βάση την ισχύουσα
ανθρώπινη κοινωνία (θεός βασιλιάς- άγγελοι στην υπηρεσία του) και πλέον η ζωή
των λαών καθορίζεται από μια ουτοπία, την ζωή των «πνευμάτων»...
Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τον ρόλο που έπαιξε η αριστοκρατία, έπειτα
η φεουδαρχία και μετέπειτα η αστική τάξη στην εξέλιξη και διαμόρφωση της
θρησκείας. Εκμεταλλεύτηκαν την θρησκεία για να χαλιναγωγήσουν τις λαϊκές μάζες
και να διασφαλίσουν με αυτόν τον τρόπο τα προνόμια τους. Στην εξέλιξη της
ιστορίας απλά αλλάξανε τα ονόματα. Ο Όσιρις, ο
Διόνυσος, ο Μίθρας συμπτύχθηκαν
στο πρόσωπο του Ιησού του Ναζωραίου.
Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ
Σε αυτήν την περίοδο παρατηρείται το εξής εκπληκτικό: οι λαϊκές μάζες
ασπάζονται τον Χριστιανισμό και τον χρησιμοποιούν σαν δύναμη συναδέλφωσης των
φτωχών και καταπιεσμένων και σαν όργανο αντίστασης κατά της καταπιεστικής
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Αυτό προκάλεσε σοβαρούς τριγμούς στην δομή της Αυτοκρατορίας και στην
άρχουσα τάξη, που έβλεπε τους είλωτες να ξεσηκώνονται εις βάρος της και να
διαμορφώνουν συνθήκες επανάστασης. Αργότερα ο Μέγας Κων/νος υιοθέτησε τον
Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας και διόρισε στην θέση των
παγανιστών ιερέων τους σημερινούς παπάδες και δεσπότες σαν «μεσίτες του θεού».
Ο Χριστιανισμός από κίνημα ειρήνης και συναδέλφωσης των λαών
μεταμορφώνεται στα χέρια της αριστοκρατίας σε ένα σκοταδιστικό και καταπιεστικό
μηχανισμό χειραγώγησης των φτωχών ανθρώπων. Η άρχουσα τάξη, σε αγαστή
συνεργασία με τους «φωτισμένους» ιερωμένους, επινοούν τον σταυρό ως σύμβολο της
νέας θρησκείας, το «πιστεύω» και την «κόλαση» που περιμένει τους αμαρτωλούς
μετά το πέρας της βιολογικής ζωής (μια αισχρή παρερμηνεία του Ελληνικού Άδη και
της κόλασης του Ζωροάστρη). Όλα αυτά σχεδιάστηκαν και πραγματοποιήθηκαν στην Α’
οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας υπό την εποπτεία του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου το 325μ.χ.
Ενισχύουν τον «φόβο θεού» σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε όποια «κακουχία»
βίωναν στην ζωή τους οι απλοί άνθρωποι ήταν «θέλημα θεού» κι έπρεπε να υποστούν
αυτές τις «κακουχίες» αδιαμαρτύρητα, με αντάλλαγμα την «βασιλεία των ουρανών».
Η υποκρισία σε όλο της μεγαλείο...Για να ισχυροποιήσουν στο μέγιστο βαθμό την
νέα θρησκεία κάνοντάς την κατανοητή στις λαϊκές μάζες, αφομοίωσαν τα στοιχεία
του παγανισμού και της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αντιγράφοντας τα μυστήρια
και ορισμένες θεότητές της.
Δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο «θεάνθρωπος» Ιησούς στην θέση
του αντίστοιχου Διονύσου και η «μητέρα του θεανθρώπου» Παναγία στην θέση της
Ίσιδος και της Σεμέλης. Προσαρμόστηκε η ύπαρξη της «ψυχής» (Δαιμόνιον κατά τους
αρχαίους) στα χριστιανικά πρότυπα, όπως και διάφορες σημαντικές εορταστικές
ημερομηνίες της παγανιστικής λατρείας.
Οι νέοι χριστιανικοί ναοί χτίστηκαν πάνω στους παλαιούς παγανιστικούς
ναούς πετυχαίνοντας οι εκπρόσωποι της χριστιανικής πίστης με
αυτόν τον τρόπο την μέγιστη αναγνωρισιμότητα απ’ τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα
που τελούσαν τις εορτές τους σε αυτούς τους χώρους.
Κατάσφαξαν με πρωτοφανή αγριότητα όσους λαούς δεν ασπάστηκαν την νέα
θρησκεία και την νέα αυτοκρατορική τάξη πραγμάτων. Έτσι ολόκληρη η ανθρωπότητα
σύρθηκε στη μαύρη ιστορική περίοδο γνωστή ως «μεσαίωνας», όπου φεουδάρχες και
παπάδες είχαν τον πρώτο και τελευταίο λόγο για την τύχη του ανθρώπινου είδους.
Οι περιουσίες που αποκόμισαν ήταν τεράστιες. Ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις,
με στόχο τον έλεγχο του εμπορίου, αποκαλέστηκαν αποστολικό έργο με στόχο τον
εκπολιτισμό των «βαρβάρων»!!! Αυτή η αγαστή και αρμονική συνεργασία της
άρχουσας τάξης και της θρησκευτικής ιεραρχίας δεν διαταράχθηκε ακόμη και όταν
τον αυτοκράτορα τον διαδέχθηκε ο Σουλτάνος.
Η ΕΛΛΑΔΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο
ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ
Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη ανακηρύχθηκε ως η δεύτερη επίσημη θρησκεία
στο Δοβλέτι από τον Μωάμεθ τον Β’. Ο πατριάρχης Κων/πολης Γεννάδιος παρέμεινε
στην θέση του και μετά την άλωση της Πόλης, με αντάλλαγμα φυσικά να κρατεί το
«ποίμνιό» του σε καταστολή...
Μάλιστα ο Σουλτάνος αποδέχτηκε αμέσως το αίτημα του Γενναδίου να
αποκαλούνται «χριστιανοί-ρωμιοί» και όχι Έλληνες οι υποδουλωμένοι υπήκοοι. Η
θέση της Ελλαδικής εκκλησίας εδραιώθηκε ακόμη περισσότερο έπειτα από την ίδρυση
του σύγχρονου Ελληνικού κράτους.
Η στάση της στους πιο σημαντικούς σταθμούς της σύγχρονης Ελληνικής
ιστορίας χαρακτηρίζεται από εγκληματικές συναλλαγές με τους σκοτεινούς
μηχανισμούς που έδρασαν στην χώρα.
Ευλόγησε την εγκαθίδρυση της καταπιεστικής μοναρχίας και στήριξε και
συνεργάστηκε με τον φασίστα Μεταξά, κλείνοντας με πρωτοφανή αναλγησία τα
«μάτια» στις διώξεις κατά των αριστερών αγωνιστών. Όρκισε την κατοχική
κυβέρνηση την ίδια ώρα που οι Έλληνες αγωνιστές πέθαιναν στο όνομα της
ελευθερίας. Κυνήγησε με λύσσα τους κομμουνιστές στην μεταπολεμική Ελλάδα σε
άψογη συνεργασία με τους ταγματασφαλίτες και τους φασίστες. Συνεργάστηκε
απόλυτα με τους χουντικούς την περίοδο 1967-1974. Τα εγκλήματα της αστικής
τάξης κατά του εργαζόμενου λαού αντιμετωπίζονταν πάντα με «ηχηρή σιωπή» απ’
τους κόλπους της ιεραρχίας.
Το συμπέρασμα είναι ότι αυτή η αρμονική συνεργασία της εκκλησίας με τους
εξουσιαστικούς μηχανισμούς αποσκοπούσε και αποσκοπεί στην διασφάλιση των
πλουσιοπάροχων προνομίων της, πολιτικών και οικονομικών.
Η εκκλησία αφού αποκόμισε τεράστια κέρδη απ’ τις χρηματοδοτήσεις του
κράτους (χρήματα των φορολογούμενων) και από τις «δωρεές» των πιστών, διόρισε
τελευταία στην κορυφή της ηγεσίας της έναν «κοσμικό» κληρικό που συνεχώς
παρεμβαίνει στα πολιτικά δρώμενα. Έχοντας ως ασπίδα την βαθιά θρησκευτική πίστη
των εκμεταλλευόμενων λαϊκών μαζών, η εκκλησία διεκδικούσε πάντα έναν ηγετικό
ρόλο στην πολιτική ζωή.
Καμία πολιτική ηγεσία στην Ελλάδα δεν είχε το πολιτικό σθένος να
συγκρουστεί με το θρησκευτικό κατεστημένο. Έτσι αναδεικνύουν συχνά τα
εκκλησιαστικά ζητήματα ως εθνικά ζητήματα!!!
Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ
Σαν εθνικό θέμα αναδύθηκε και η σύγκρουση που προέκυψε μεταξύ του
Πατριαρχείου της Πόλης και της Ελλαδικής Εκκλησίας. Η Ελλαδική Εκκλησία και ο
Χριστόδουλος, φορώντας τον μανδύα του εθνικισμού και έχοντας μια ισχυρή
θρησκευτική βάση, προσπάθησαν να προσαρτήσουν θρησκευτικές περιοχές σε «νέες χώρες», δημιουργώντας έτσι τις
προϋποθέσεις για την οικονομική και θρησκευτική τους εκμετάλλευση και
προετοιμάζοντας το έδαφος για την ανακήρυξη νέου Ελλαδικού Πατριαρχείου.
Ο Πατριάρχης φορώντας την χλαμύδα του οικουμενισμού, επειδή ακριβώς το
«ποίμνιο» της Πόλης είναι πολύ μικρό, διεκδίκησε με νύχια και με δόντια τα δικά
του οικονομικά εδαφικά και θρησκευτικά
συμφέροντα. Και οι δύο έδειξαν ότι μπροστά στα συμφέροντα η «πραότητα» και η
«αγιοσύνη» τους γίνεται μίσος και πόλεμος.
Με τη μεσολάβηση της ΝΔ ο θρησκευτικός εμφύλιος συμφερόντων δεν οδήγησε
στον πλήρη χωρισμό και την οριστική ρήξη. Τα εκκλησιαστικά συμφέροντα πίσω από
την «ιεροσύνη» των εκκλησιών είναι τεράστια. Είναι τεράστια η ακίνητη
περιουσία, οι εκτάσεις γης, οι μετοχές και οι καταθέσεις του ιερατείου. Και για
να τα επεκτείνουν και για να τα υποστηρίξουν, οι παπάδες δεν διστάζουν μπροστά
σε καμία σύγκρουση και αναδεικνύουν έναν αμοραλισμό που ακόμα και οι αστοί
υποκλίνονται μπροστά τους.
Είναι σίγουρο ότι η κυβέρνηση, για να αναγκασθούν το Πατριαρχείο και η
Ελλαδική Εκκλησία να κάνουν πίσω και να δείξουν σύνεση, σίγουρα τους έδωσε
συγκεκριμένα ανταλλάγματα. Ο Χριστόδουλος κάνει θόρυβο τόσο για να
αποχαρακτηριστούν χιλιάδες στρέμματα δασώδους έκτασης εκκλησιαστικής περιουσίας
και να μετατραπούν σε οικόπεδα, όσο και για την χρηματοδότηση της
εκκλησιαστικής εκπαίδευσης που θέλει να δημιουργήσει, καθώς επίσης και για την
χρηματοδότηση διαφόρων εκκλησιαστικών δραστηριοτήτων (συντήρηση εκκλησιών,
μηχανοργάνωση, εκσυγχρονισμό εκκλησιαστικής λειτουργίας κ.λ.π.)
Μετά τα τελευταία γεγονότα και την ολοκληρωτική αποκάλυψη του
πραγματικού ρόλου της εκκλησιαστικής ηγεσίας είναι απαραίτητο να σταματήσει η
υποκρισία και το ΠΑΣΟΚ και τα άλλα κόμματα της Αριστεράς να πάρουν ανοιχτά θέση
και να υποστηρίξουν:
1.
Το διαχωρισμό της εκκλησίας από
το κράτος.
2.
Την κοινωνικοποίηση του συνόλου
της εκκλησιαστικής περιουσίας και το μοίρασμα των καλλιεργήσιμων εκτάσεων σε
ακτήμονες.
3.
Η εκκλησία να πάψει να
χρηματοδοτείται από τον κρατικό κορβανά και όλοι οι εκπρόσωποί της να μην
αμείβονται από τα δημόσια ταμεία (δηλαδή από τους φόρους που πληρώνουν οι
εργαζόμενοι), αλλά από τις εισφορές των πιστών.
4.
Αντί του μαθήματος των
θρησκευτικών, να διδάσκεται στα σχολεία η Ιστορία των θρησκευμάτων.
5.
Να υπάρχει ελευθερία
θρησκευτικής έκφρασης, καθώς επίσης και η δυνατότητα ελεύθερης ιδεολογικής
αντιπαράθεσης με τη θρησκευτική πίστη. Με αυτό τον τρόπο μόνο μπορεί να μπει
φραγμός στον σκοταδισμό και την οπισθοδρομική θρησκευτική δοξασία που
εγκλωβίζει τους εργαζομένους και προσπαθεί να τους κάνει εύκολη λεία στην
αστική τάξη.
|