Η κρίση του καπιταλισμού και η παρέμβαση του ιμπεριαλισμού
έφεραν ξανά στην επιφάνεια το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια. Το Μακεδονικό, η
ανεξαρτητοποίηση των Σκοπίων, ως προτεκτοράτου των Αμερικάνων, η άνοδος του
εθνικισμού, οι συγκρούσεις και η αιματοχυσία δείχνουν την αδυναμία του
συστήματος να λύσει το εθνικό ζήτημα μέσα στα στενά όρια μικρών εθνών - κρατών.
Ο εθνικισμός είναι συστατικό στοιχείο της καπιταλιστικής
κρίσης. Όσο οι μάζες των Βαλκανίων συνεχίζουν να βυθίζονται στη φτώχεια τόσο
πιο συστηματική θα γίνεται η καταπίεση των μειονοτήτων και τόσο πιο εκρηκτικές
διαστάσεις θα παίρνει το εθνικό ζήτημα. Ο Λένιν εξηγούσε ότι το εθνικό ζήτημα,
σε τελική ανάλυση, δεν είναι παρά «ζήτημα ψωμιού».
Η λύση του εθνικού ζητήματος λοιπόν είναι συνυφασμένη με την
απαγκίστρωση των μαζών από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Μόνο με την
απελευθέρωση των μέσων παραγωγής από το βραχνά της ιδιοκτησίας μπορεί να
δοθεί στους λαούς των Βαλκανίων νέα ώθηση. Αυτό βέβαια είναι αδιανόητο στα
στενά όρια των κρατών των Βαλκανίων. Η μόνη «ρεαλιστική» λύση για το εθνικό
ζήτημα λοιπόν είναι η πάλη των εργαζομένων για το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής
ομοσπονδίας των Βαλκανίων. Η πάλη αυτή όμως είναι αδιανόητη χωρίς από τώρα να
χτιστούν ισχυροί δεσμοί ανάμεσα στους προλετάριους των Βαλκανίων χωρίς μια
συστηματική πάλη ενάντια στον εθνικισμό.
Οι μπολσεβίκοι για το εθνικό ζήτημα
Ο Λένιν στην πολεμική του ενάντια στο σοσιαλσωβινισμό
διαφώτισε, με τον καλύτερο τρόπο, τη Μαρξιστική θέση πάνω στο εθνικό ζήτημα την
περίοδο του ιμπεριαλισμού. Εξήγησε ότι η εθνική απελευθέρωση μπορεί να
επιτευχθεί μόνο στο σοσιαλισμό. Οι Μαρξιστές όμως δεν πρέπει να έχουν απέναντι
στα εθνικά ζητήματα στάση μηδενιστική. Δεν επιδιώκουν τη γένεση εθνικών
κινημάτων αλλά στο βαθμό που αυτά δημιουργούνται πρέπει να επιδιώκουν να τα
εντάξουν ως σύμμαχα στο γενικότερο επαναστατικό κίνημα.
Οι μπολσεβίκοι πάλεψαν με για την αυτοδιάθεση των
καταπιεσμένων εθνοτήτων στην Τσαρική Ρωσία μέχρι και την απόσχιση τους ως
αυτόνομα κράτη. Με αυτή τους τη στάση πέτυχαν αφενός να διαπαιδαγωγήσουν στο
διεθνισμό τους Ρώσους εργάτες και αφετέρου να τραβήξουν τις καταπιεσμένες
εθνότητες (που στη Ρωσία έφταναν το 50% του πληθυσμού) κάτω από τις σημαίες της
σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτή η «αντιπατριωτική»φόρμουλα δικαιώθηκε πλήρως με
τη νίκη του Οκτώβρη.
Σλαβομακεδόνες- μια καταπιεσμένη εθνότητα
Το εθνικιστικό δηλητήριο που χύνει η ελληνική αστική τάξη
έπνιξε την ιστορική πραγματικότητα της εθνικής καταπίεσης των Σλαβομακεδόνων.
Το εθνικό κίνημα των Σλαβομακεδόνων γεννήθηκε μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία
και πάλεψε στους βαλκανικούς πολέμους για την εθνική τους ανεξαρτησία. Ένα
κίνημα με δικούς του ήρωες και αγώνες που πνίγηκαν στην προδοσία και το αίμα.
Το 1903 μετά την εξέγερση του «Ιλιντεν» κατάφεραν να δημιουργηθεί η Μακεδονική
δημοκρατία η οποία όμως ήταν εφήμερη.
Το κίνημα των Σλαβομακεδόνων βρέθηκε από τότε κάτω από τη
συστηματική καταπίεση της ελληνικής αστικής τάξης. Το ελληνικό κράτος απαγόρεψε
τη γλώσσα τους και φυλάκισε τους ηγέτες τους.
Το 1925 η κομμουνιστική διεθνής υιοθέτησε το σύνθημα για μια
«ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία».Το σύνθημα αυτό ήταν λανθασμένο καθώς
αντιμετώπιζε το Μακεδονικό ζήτημα όχι ως εθνικό αλλά ως εδαφικό. Συγκεκριμένα
την περίοδο εκείνη η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της Ελληνικής
Μακεδονίας ήταν ελληνική, καθώς μετά τις εθνοκαθάρσεις της ελληνικής αστικής
τάξης μετά την απελευθέρωση και τις ανταλλαγές πληθυσμών, δεν είχαν παραμείνει
παρά ελάχιστα Σλαβομακεδονικά χωριά. Έτσι όπως υποστήριξε η Αριστερή
Αντιπολίτευση του ΚΚΕ και ο ηγέτης της Π. Πουλιόπουλος, το σωστό σύνθημα θα
ήταν η αυτοδιάθεση της Μακεδονικής μειονότητας μέχρι και το δικαίωμα του
αποχωρισμού της από την ελληνική επικράτεια*. Ωστόσο απέναντι στις διώξεις τους
από το αστικό κράτος υπεράσπισαν τη διεθνιστική τους θέση, κερδίζοντας τη
συμπάθεια του Μακεδονικού λαού. Το 1927 μετά την διαγραφή της Αριστερής
Αντιπολίτευσης από την ΚΔ, το σύνθημα αυτό εγκαταλείφθηκε κάτω από τη
δεξιά-σωβινιστική στροφή της Διεθνούς υπό την ηγεσία του Στάλιν-Μπουχάριν,
χωρίς να αντικατασταθεί από μια σωστη θέση, υποχωρώντας χωρίς αρχές στον αστικό
εθνικισμό. Παρ’ όλα αυτά ακόμα και με αυτή τη λανθασμένη μορφή, ο διεθνισμός
ενίσχυσε τους δεσμούς των κομμουνιστών με τους Σλαβομακεδόνες οι οποίοι πάλεψαν
αργότερα στον ΕΛΑΣ και το δημοκρατικό στρατό και στήριξαν την κυβέρνηση του
βουνού.
Ο μόνος τρόπος σήμερα για τους έλληνες εργαζόμενους
αγωνιστές να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των Σλαβομακεδόνων είναι να στηρίξουν το
δικαίωμα τους για αυτοπροσδιορισμό και να αντιπαλέψουν την ελληνική
μπουρζουαζία.
Η θέση της αριστεράς
Δυστυχώς τα κόμματα της παραδοσιακής αριστεράς είναι πολύ
κατώτερα των περιστάσεων. Η ηγεσία του ΚΚΕ και ο ΣΥΝ ακολουθούν μια καθαρά
πατριωτική στάση στο Μακεδονικό.
Στις 27/3 διαβάζουμε στο ριζοσπάστη «Το ΚΚΕ ανέδειξε από το
1992 την ουσία του προβλήματος που είναι η ιμπεριαλιστική επέμβαση και έβαλε το
ζήτημα της χρήσης του όρου «Μακεδονία» στη σωστή του βάση που είναι ο
γεωγραφικός προσδιορισμός, μακριά από αλυτρωτικές τάσεις, για το σεβασμό των
συνόρων κτλ»
Ο ιμπεριαλισμός επιδιώκει να κρατήσει τον έλεγχο της
περιοχής και να διαιρέσει όσο μπορεί τους λαούς των Βαλκανίων. Το ζήτημα της
ονομασίας όμως δεν ξεπετάχτηκε από τα επιτελεία του ΝΑΤΟ αλλά από την
αντικειμενική κατάσταση της καταπίεσης μιας εθνότητας. Ο ιμπεριαλισμός
προσπαθεί απλά να εκμεταλλευτεί για τους σκοπούς του αυτή την κατάσταση.
Η ηγεσία του ΚΚΕ πέφτει στην παγίδα της αστικής τάξης όταν
κινδυνολογεί για ενδεχόμενος αλυτρωτισμούς. Το γειτονικό κράτος είναι πολύ
εξαρτημένο από το ελληνικό κεφάλαιο για να επιδιώξει κάποτε πολεμική σύγκρουση,
είναι αδύναμο στρατιωτικά αλλά και δεν υπάρχουν πλέον Σλαβομακεδονκά
χωριά στην Ελλάδα (που θα δικαιολογούσαν μια επίθεση) αφού η αστική τάξη
φρόντισε να τα εξαφανίσει.
Επίσης είναι εντελώς αφελής η σκέψη ότι με μια αλλαγή στο
σύνταγμα και την ονομασία θα εξαφανίζονταν ή θα περιορίζονταν σε ένα λαό οι
όποιες αλυτρωτικές τάσεις. Αντίθετα, με την υποστήριξη της ελληνικής
εθνικιστικής θέσης, παρουσιάζουν τον ελληνικό λαό ως ένα διαταξικό μπλοκ που
στέκεται ενάντια στον Μακεδονικό, και έτσι ενισχύουν αντικειμενικά τις
εθνικιστικές αυταπάτες των Μακεδόνων εργατών και την πρόσδεσή τους στην
δημαγωγία της εθνικής αστικής τάξης τους αντί να την διεμβολίσουν με μια
διεθνιστική ταξική θέση.
Αλλού, διαβάζουμε «αντί για μία εξωτερική πολιτική που θα
είχε «ψυχή» το διεθνές δίκαιο και τη διασφάλιση των συνόρων, (οι κυβερνήσεις)
άσκησαν την εξωτερική Πολιτική με την τυχοδιωκτική «σκοπιανοφαγία»( Ριζ. 24/2)». Η
ηγεσία του ΚΚΕ πρέπει εδω να μας εξηγήσει πως συμβαδίζει η μάχη ενάντια στον
ιμπεριαλισμό με το «σεβασμό» σε ένα δίκαιο που ο ιμπεριαλισμός παίζει κυρίαρχο
ρόλο. Επίσης η εμμονή στον «σεβασμό» των συνόρων γεννά ερωτήματα για την στάση
που έχει η ηγεσία του ΚΚΕ απέναντι στο ζήτημα των καταπιεσμένων εθνοτήτων, όπως
για παράδειγμα των Κούρδων στην Τουρκία. Αν στέκεται ενάντια στα αλυτρωτικά
εθνικά κινήματα, τότε πρέπει να κριτικάρει τη στάση των μπολσεβίκων
απέναντι στο εθνικό ζήτημα και να μην κρύβει τον πατριωτισμό της πίσω από τη
σημαία του μαρξισμού –λενινισμού.
Η ηγεσία του ΣΥΝ έχει τις ίδιες πατριωτικές θέσεις με μια
δόση παραπάνω αφέλειας και σύγχυσης. Μιλά για την ανάγκη σύνθετης
ονομασίας και λύσης των προβλημάτων με διάλογο έξω από τα πλαίσια του κακού
ατλαντισμού.
Η λύση όμως του μακεδονικού δεν είναι εθνική αλλά ταξική. Ακόμα
και αν αναγνωριστεί το δικαίωμα του Μακεδονικού έθνους στον αυτοπροσδιορισμό
του, αυτό δεν θα λύσει κανένα από τα βασικά προβλήματα του που έχουν τις ρίζες
τους στις εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις του καπιταλισμού. Επίσης δεν θα
λύσει καμία από τις βασικές αντιθέσεις στη Βαλκανική που προέρχονται από τον
ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, και δημιουργούν ευνοϊκό πεδίο παρέμβασης για
τους Ιμπεριαλιστές. Αυτά τα προβλήματα θα λυθούν μόνο από την ανατροπή των
καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και το ξεπέρασμα των εθνών κρατών, στα
πλαίσια μιας Ενιαίας Σχεδιασμένης Οικονομίας που θα συγκέντρωνε όλες τα
πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής στην υπηρεσία των λαών της, και στα
πλαίσια μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας κάτω από την εξουσία της εργατικής τάξης
που δεν έχει τίποτα να χωρίσει με τα αλλοεθνή της αδέρφια. Ο κοινός εχθρός
είναι η Βαλκανική αστική τάξη ανεξαρτήτως έθνικότητας και ο Διεθνής
Ιμπεριαλισμός. Οι συνειδητοί αγωνιστές του ΚΚΕ και του ΣΥΝ δεν πρέπει να
παρασυρθούν από το εθνικιστικό δηλητήριο της αστικής τάξης, πρέπει να παλέψουν
μαζί με τους Σλαβομακεδόνες εργάτες ενάντια στον ιμπεριαλισμό για τη
σοσιαλιστική ομοσπονδία των Βαλκανίων,
- Έξω ο ιμπεριαλισμός από τα
Βαλκάνια
- Παλέψτε για το δικαίωμα
αυτοπροσδιορισμού-αυτοδιάθεσης του Μακεδονικού λαού
- Εμπρός για μια σοσιαλιστική
ομοσπονδία των Βαλκανίων
* Η θέση αυτή υπαγορεύτηκε από την υπερ-αριστερή
τυχοδιωκτική πολιτική της ηγεσίας Ζηνόβιεφ στην ΚΔ, που εκείνη την περίοδο,
μετά την ήττα της Γερμανικής επανάστασης και των άλλων επαναστατικών κινημάτων
στην Ευρώπη, αρνήθηκε το γεγονός της
προσωρινής μερικής σταθεροποίησης του Καπιταλισμού στην Ευρώπη και του
αντεπαναστατικού χαρακτήρα της περιόδου, και για να σώσει το κύρος της,
επέμεινε να υποστηρίζει τον επαναστατικό χαρακτήρα της περιόδου, προσπαθώντας
να δημιουργήσει εθνικά κινήματα που υποτίθεται θα πυροδοτούσαν ένα νέο
επαναστατικό κύμα. Ετσι έφτασαν σε κάποιες περιπτώσεις σε μια πολιτική ουράς σε
αστικά εθνικιστικά στοιχεία. Έτσι και σε αυτή την περίπτωση, το σύνθημα αυτό
πρόσδεσε τους κομμουνιστές και το Σλαβομακεδονικό λαό στους Βούλγαρους
εθνικιστές, και έδωσε άλλοθι στους Ελληνες αστούς να καταδιώξουν τους Έλληνες κομουνιστές στη
βάση αυτής της λανθασμένης θέσης.