Εβδομήντα χρόνια μετά τη δολοφονία του μεγάλου επαναστάτη η "Μαρξιστική Φωνή" εξέδωσε ένα βιβλίο με κείμενά του που κυκλοφορούν για πρώτη φορά στα ελληνικά.
Δυνατότητα αποστολής στην επαρχία με αντικαταβολή.
Ο Τρότσκι για την ΕΣΣΔ - Μέρος Β΄
Γράφει ο/η Λέον Τρότσκι
22.01.09
Ο πρόεδρος του συμβουλίου των επιτρόπων του λαού δήλωνε το
Γενάρη του 1936 στην Εκτελεστική ότι : « Η εθνική οικονομία έχει γίνει
σοσιαλιστική (χειροκροτήματα). Ωστόσο το παρελθόν μας αφήνει ακόμα «στοιχεία
βασικώς εχθρικά», απομεινάρια των τάξεων που ήταν άλλωστε κυρίαρχες. Εκτός από
αυτά βρίσκουμε στους εργαζόμενους στα «κολχόζ», στους κρατικούς υπάλληλους,
κάποτε μάλιστα ανάμεσα στους εργάτες, «μικροκερδοσκόπους», «διασπαθιστές των
κτημάτων του Κράτους και των κολχόζ», «διαδοσίες αντισοβιετικών φλυαριών» κ.λ.π
κ.λ.π. Από αυτά πηγάζει η ανάγκη να δυναμώσουμε τη δικτατορία. Αντίθετα με ό,τι
περίμενε ο Ένγκελς το εργατικό κράτος αντί να «νεκρώνεται» πρέπει να γίνεται
όλο και πιο άγρυπνο»
Ο πίνακας που μας ζωγραφίζει ο αρχηγός του σοβιετικού
κράτους θα ήτανε στον πιο μεγάλο βαθμό καθησυχαστικός αν δεν έκρυβε μέσα του
μια θανάσιμη αντίφαση. Ο σοσιαλισμός έχει ουσιαστικά εγκαθιδρυθεί στη χώρα.
«Από την άποψη αυτή» οι τάξεις έχουν εκμηδενισθεί (αν έχουν εκμηδενισθεί από
την άποψη αυτή, έχουν εκμηδενισθεί και από κάθε άλλη άποψη!). Βέβαια η
κοινωνική αρμονία ταράζεται κάπου - κάπου από τις σκουριές και τα απομεινάρια
του παρελθόντος. Δεν μπορεί ωστόσο να φανταστεί κανείς ότι άνθρωποι σκόρπιοι,
χωρίς εξουσία και χωρίς ιδιοκτησία που ονειρεύονται την παλινόρθωση του
καπιταλισμού, μπορούνε με κάτι «μικροκερδοσκόπους» (δεν είναι ούτε καν
κερδοσκόποι απλά και καθαρά!) να ανατρέψουνε την αταξική κοινωνία. Όλα καθώς
φαίνεται, πάνε στο καλύτερο. Μα κι άλλη φορά ακόμη γιατί τότε η σιδερένια
δικτατορία της γραφειοκρατίας;
Οι αντιδραστικοί ονειροπόλοι χάνονται σιγά - σιγά, πρέπει να
το πιστέψουμε. Σοβιέτ πέρα για πέρα δημοκρατικά θα τα έβγαζαν μια χαρά πέρα με
τους «μικροκερδοσκόπους» και τους «διαδοσίες». «Δεν είμαστε ουτοπιστές -
απαντούσε ο Λένιν το 1917 στους αστούς και στους ρεφορμιστές θεωρητικούς του
γραφειοκρατικού Κράτους - δεν αμφισβητούμε πως είναι δυνατό και αναπότρεπτο να
διαπράξουν ορισμένα άτομα καταχρήσεις ούτε ακόμα αμφισβητούμε την ανάγκη να
καταστείλουμε αυτές τις καταχρήσεις ..Μα για το σκοπό αυτό καθόλου δεν είναι
ανάγκη να καταστείλουμε αυτές τις καταχρήσεις...Μα για το σκοπό αυτό καθόλου
δεν είναι ανάγκη να έχουμε έναν ειδικό μηχανισμό καταπιεστικό, ο οπλισμένος
λαός θα είναι αρκετός για να κάνει αυτή τη δουλειά άλλο τόσο άνετα και εύκολα
όσο ένα πλήθος από πολιτισμένους ανθρώπους χωρίζει άτομα που ετοιμάζονται να
χτυπηθούν ή δεν αφήνει να προσβάλουνε μια γυναίκα». Τα λόγια αυτά φαίνεται σα
να τα προόριζε ο Λένιν για να ανασκευάσει τη γνώμη ενός από τους διαδόχους του
στην αρχηγία του Κράτους. Μελετούνε τον Λένιν στα σχολεία της ΕΣΣΔ, είναι όμως
φανερό ότι δεν τον μελετούνε στο Συμβούλιο των επιτρόπων του λαού.
Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγήσει κανείς την τόλμη του Μολότωφ όταν χωρίς να
το συλλογιστεί χρησιμοποιεί τα ίδια επιχειρήματα που ίσα - ίσα ο Λένιν ενάντιά τους διεύθυνε το πιο κοφτερό του όπλο. Κατάφωρη αντίφαση ανάμεσα στον
θεμελιωτή και στους επιγόνους του!
Ενώ ο Λένιν πίστευε πως είναι δυνατή δίχως γραφειοκρατικό
μηχανισμό κι αυτή ακόμα η διάλυση των εκμεταλλευτικών τάξεων, ο Μολότωφ για να
δικαιολογήσει μετά τη διάλυση των τάξεων το πνίξιμο κάθε λαϊκής πρωτοβουλίας
από την γραφειοκρατική μηχανή, δε βρίσκει να επικαλεσθεί τίποτα καλύτερο από τα
απομεινάρια των διαλυμένων τάξεων! Καταντά όμως δύσκολο να θρέφονται με αυτά τα
«απομεινάρια» τόσο δυσκολότερο όσο γιατί κατά τις ομολογίες των πιο υπεύθυνων
αντιπροσώπων της γραφειοκρατίας οι χθεσινοί ταξικοί εχθροί αφομοιώθηκαν με
επιτυχία από τη σοβιετική κοινωνία. Ο Ποστίσιεφ, ένας από τους γραμματείς της
Κεντρικής Επιτροπής έλεγε στο συνέδριο της Κομμουνιστικής Νεολαίας τον Απρίλη
του 1936 : «Πολυάριθμοι σαμποταριστές μετανοήσανε ειλικρινά...και ξαναγύρισαν
στους κόλπους του σοβιετικού λαού. ..» Και δεν είναι αυτό μονάχα : «Κι ο ίδιος
ο κουλάκος δε χωρεί αμφιβολία πως δεν πιστεύει πια σήμερα ότι θα μπορσει να
ξαναπάρει τη θέση του εκμεταλλευτή στο χωριό». Είχε το λόγο της η κυβέρνηση
όταν άρχισε να καταργεί τους νομικούς περιορισμούς που πηγάζουν από την
κοινωνική προέλευση! Αν όμως οι διαβεβαιώσεις του Ποστίσιεφ, εγκριμένες δίχως
επιφύλαξη από τον Μολότωφ έχουνε κάποιο νόημα, αυτό ένα μόνο μπορεί να είναι :
Η γραφειοκρατία, έχει καταντήσει τερατώδης αναχρονισμός και ο κρατικός
καταναγκασμός δεν έχει κανέναν σκοπό στη χώρα των σοβιέτ. Ούτε ο Μολότωφ όμως,
ούτε ο Ποστίσιεφ δέχονται αυτό το αυστηρά λογικό συμπέρασμα. Προτιμάνε να
κρατούν την εξουσία ας είναι και αντιφάσκοντας με τον εαυτό τους.
Η αλήθεια είναι πως δεν μπορούν να την παρατήσουν. Με
αντικειμενικούς ορισμούς η σημερινή σοβιετική κοινωνία δεν μπορεί να κάνει
χωρίς το Κράτος, δεν μπορεί να κάνει μάλιστα ούτε και χωρίς γραφειοκρατία ως
ένα ορισμένο μέτρο. Και την κατάσταση αυτή την δημιουργούν όχι τα άθλια
απομεινάρια του παρελθόντος, αλλά οι ισχυρές τάσεις του παρόντος. Η δικαιολογία
του σοβιετικού κράτους σαν μηχανισμού καταναγκαστικού είναι ότι η τωρινή
μεταβατική περίοδος είναι γεμάτη από κοινωνικές αντιφάσεις που στη σφαίρα της
κατανάλωσης την πιο κοντινή και πιο αισθητή για όλους παίρνουνε χαρακτήρα
εξαιρετικά σοβαρό, απειλώντας κάθε στιγμή να παρουσιαστούνε στη σφαίρα της
παραγωγής. Να γιατί τη νίκη του σοσιαλισμού δεν μπορούμε να την πούμε ούτε
οριστική, ούτε εξασφαλισμένη.
Η γραφειοκρατική εξουσία έχει για βάση τη φτώχεια σε είδη
κατανάλωσης και την πάλη όλων ενάντια σε όλους που πηγάζει από αυτή τη φτώχεια.
Όταν στο κατάστημα υπάρχουν αρκετά εμπορεύματα οι πελάτες μπορούν να έρθουν
όποτε θέλουν. Όταν τα εμπορεύματα είναι λιγοστά, οι αγοραστές είναι
υποχρεωμένοι να κάνουν ουρά στην πόρτα. Μόλις η ουρά γίνει πολύ μεγάλη, η
παρουσία ενός Αστυνομικού επιβάλλεται για την τήρηση της τάξης. Από εδώ
ξεκινάει η σοβιετική γραφειοκρατία. Αυτή ξέρει σε ποιόν να δώσει και ποιος
πρέπει να κάνει υπομονή.
Η καλυτέρευση της υλικής και πνευματικής κατάστασης θα
έπρεπε στην πρώτη ματιά να λιγοστέψει την ανάγκη των προνομίων, να στενέψει την
περιοχή του «αστικού δικαίου» και με αυτά ακριβώς να αφαιρέσει το έδαφος κάτω από
τα πόδια της γραφειοκρατίας, που είναι ο φρουρός αυτών των δικαιωμάτων και των
προνομίων. Και όμως έγινε το αντίστροφο : Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων
συνοδεύτηκε ως τώρα από μια εξαιρετική ανάπτυξη όλων των ειδών της ανισότητας
και των προνομίων καθώς και της γραφειοκρατίας. Ούτε και τούτο είναι χωρίς
λόγο.
Το σοβιετικό καθεστώς στην πρώτη του περίοδο είχε χωρίς
αμφιβολία χαρακτήρα πιο σύμφωνο με την ισότητα και λιγότερο γραφειοκρατικό από
σήμερα. Η ισότητά του όμως ήταν η ισότητα της κοινής αθλιότητας όλων. Οι πόροι
της χώρας ήτανε τόσο περιορισμένοι που δεν επιτρέπανε να αποσπασθούν από τις
μάζες ούτε και πολλοί λιγοστοί προνομιούχοι. Ο «ίσος» μισθός καταργώντας το
ατομικό ελατήριο (κίνητρο) έγινε εμπόδιο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.
Η σοβιετική οικονομία έπρεπε να βγει κάπως από τη φτώχεια της για να μπορέσουνε
να συσσωρευτούν οι λιπαρές της ύλες και τέτοιες είναι τα προνόμια. Η σημερινή
κατάσταση της παραγωγής είναι ακόμα πολύ μακριά από το να εξασφαλίζει σε όλους
το απαραίτητο. Επιτρέπει όμως τώρα να παραχωρούν σημαντικά πλεονεκτήματα στη
μειονοψηφία και να κάνουν την ανισότητα ένα μέσο για να κεντρίζουν την
πλειοψηφία. Αυτό είναι ο πρώτος λόγος που το μεγάλωμα της παραγωγής δυνάμωσε ως
τώρα τα αστικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα και όχι τα σοσιαλιστικά του Κράτους.
Ο λόγος αυτός δεν είναι ο μόνος. Δίπλα στον οικονομικό
παράγοντα που στην τωρινή φάση επιβάλει επιτακτικά να καταφεύγουν επιτακτικά
στις καπιταλιστικές μέθοδες ανταμοιβής της εργασίας, ενεργεί ο πολιτικός
παράγοντας που ενσαρκώνεται στην ίδια την γραφειοκρατία. Αυτή από τη φύση της
δημιουργεί και υπερασπίζει προνόμια. Ξεπηδά ευθύς από την αρχή σαν το αστικό
όργανο της εργατικής τάξης. Θεσπίζοντας και διατηρώντας τα προνόμια της
μειονοψηφίας κρατάει φυσικά για τον εαυτό της το καλύτερο μερίδιο. Αυτός που
μοιράζει τα αγαθά ποτέ ως τώρα δεν ζημίωσε τον εαυτό του. Έτσι από την ανάγκη
της κοινωνίας γεννιέται ένα όργανο που ξεπερνώντας πολύ την αναγκαία κοινωνική
του λειτουργία καταντά παράγοντας αυτόνομος και ταυτόχρονα πηγή μεγάλων
κινδύνων για όλο τον κοινωνικό οργανισμό.
Η σημασία του σοβιετικού Θερμιδώρ αρχίζει να παίρνει
ξεκάθαρο περίγραμμα μπροστά μας. Η φτώχεια και η απολίτιστη κατάσταση των μαζών
ενσωματώνονται ακόμα μια φορά με την απειλητική μορφή του αρχηγού που είναι οπλισμένος
με ένα χοντρό ρόπαλο. Διωγμένη και στιγματισμένη άλλοτε η γραφειοκρατία, έγινε
από υπηρέτρια της κοινωνίας κυρία της. Με το να γίνει τέτοια απομακρύνθηκε από
τις μάζες κοινωνικά και ηθικά τόσο πολύ που δεν μπορεί να δεχτεί κανέναν έλεγχο
στις πράξεις της και στα εισοδήματά της. Ο φόβος της γραφειοκρατίας, που στην
αρχή είναι μυστικόπαθος, μπροστά στους αστούς «μικρο-κερδοσκόπους», τους
«ασυνείδητους» και τους «διαδοσίες» βρίσκει την φυσική του εξήγηση.
Επειδή η οικονομία η σοβιετική δεν είναι ακόμα ικανή να
ικανοποιήσει στοιχειώδεις ανάγκες του πληθυσμού, γεννά σε κάθε βήμα της τις
τάσεις προς την κερδοσκοπία και την ιδιοτελή απάτη. Από την άλλη μεριά, τα
προνόμια της νέας αριστοκρατίας σπρώχνουνε τις μάζες να δίνουν αυτί πρόθυμο
στις «αντισοβιετικές διαδόσεις», δηλαδή σε κάθε επίκριση, ας είναι και πνιχτά
διατυπωμένη για τις αυθαίρετες και αχόρταγες αρχές. Δεν πρόκειται λοιπόν για
φαντάσματα από το παρελθόν, για απομεινάρια από κείνο που δεν υπάρχει πια, με
ένα λόγο για το περσινό χιόνι, αλλά για νέες και δυνατές τάσεις, που
ακατάπαυστα ξαναγεννιούνται προς την προσωπική συσσώρευση. Το πρώτο κύμα της
ευημερίας, πολύ αδύνατο, ίσα-ίσα εξαιτίας της αδυναμίας του δεν εξασθένησε παρά
ενίσχυσε αυτές τις φυγόκεντρες τάσεις. Οι μη προνομιούχοι ωστόσο ένοιωσαν να
μεγαλώνει η κρυφή επιθυμία τους να μετριάσουν αλύπητα τις ορέξεις της νέας
αριστοκρατίας. Η κοινωνική πάλη οξύνεται και πάλι. Αυτές είναι οι πηγές της
δύναμης για τη γραφειοκρατία. Από εδώ όμως πηγάζουν και οι κίνδυνοι που
απειλούν αυτή τη δύναμη.