Τι είναι Φιλοσοφία
Σε κάθε στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας οι άνθρωποι είχαν κάποια εικόνα για τον κόσμο και για τη δική τους θέση τους μέσα σε αυτόν. Ανέπτυξαν δηλαδή μια φιλοσοφία. Τα κομμάτια με τα οποία συνήθιζαν να φτιάχνουν αυτή την εικόνα προέρχονταν από την παρατήρηση της φύσης και από τη γενίκευση των καθημερινών εμπειριών.
Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι δεν έχουν ανάγκη από μια τέτοια φιλοσοφία ή κάποια γενική θεώρηση του κόσμου. Αλλά στην πράξη, ο καθένας από εμάς έχει μια φιλοσοφία, ακόμα και αν δεν είναι συνειδητά επεξεργασμένη. Οι άνθρωποι που ζουν σύμφωνα με τους νόμους της «κοινής λογικής» και σκέφτονται πως τα καταφέρνουν χωρίς θεωρία, στην πραγματικότητα σκέφτονται με τον παραδοσιακό τρόπο.
Ο Μαρξ είπε κάποτε ότι οι κυρίαρχες ιδέες της κοινωνίας είναι οι ιδέες της άρχουσας τάξης. Η αστική τάξη, για να διατηρήσει και να δικαιολογήσει την εξουσία της, χρησιμοποιεί κάθε διαθέσιμο μέσο, ώστε να κυριαρχήσει στη συνείδηση των εργαζόμενων. Το σχολείο, η Εκκλησία, η τηλεόραση και ο Τύπος χρησιμοποιούνται για να διαδώσουν την ιδεολογία της άρχουσας τάξης και να πείσουν τους εργάτες να αποδεχτούν το σύστημα της, σαν την πιο φυσιολογική και μόνιμη μορφή της κοινωνίας. Εξαιτίας της έλλειψης μιας συνειδητής σοσιαλιστικής φιλοσοφίας, οι εργάτες αποδέχονται ασυνείδητα την καπιταλιστική φιλοσοφία.
Στην ιστορία της ταξικής κοινωνίας, η εκάστοτε ανερχόμενη επαναστατική τάξη που επεδίωκε να αλλάξει την κοινωνία, έπρεπε πάντοτε να αγωνιστεί για μια νέα παγκόσμια κοσμοαντίληψη και να επιτεθεί στην παλιά φιλοσοφία, η οποία δικαίωνε και υπερασπιζόταν το παλιό καθεστώς.
Ιδεαλισμός και Υλισμός
Σε ολόκληρη την ιστορία της φιλοσοφίας συναντούμε δύο στρατόπεδα: τους ιδεαλιστές και τους υλιστές. Η συνηθισμένη χρήση της έννοιας «ιδεαλισμός» που αναφέρεται στην τιμιότητα, στην ευθύτητα και στα ιδανικά και της έννοιας «υλισμός» που αναφέρεται στην απληστία και στον εγωισμό, δεν έχει καμιά σχέση με το περιεχόμενο του φιλοσοφικού ιδεαλισμού και του φιλοσοφικού υλισμού.
Πολλοί μεγάλοι στοχαστές του παρελθόντος ήταν ιδεαλιστές, με πιο αξιοσημείωτους τον Πλάτωνα και τον Χέγκελ. Αυτή η σχολή σκέψης αντιλαμβάνεται τη φύση και την ιστορία σαν μια αντανάκλαση των ιδεών και του πνεύματος.
Η θεωρία ότι ο άνθρωπος, μαζί με κάθε υλικό αντικείμενο, δημιουργήθηκε από ένα «Θείο πνεύμα» είναι μια βασική αντίληψη του ιδεαλισμού κι έτσι η θρησκεία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του φιλοσοφικού ιδεαλισμού.
Ο ιδεαλισμός εκφράζεται με πολλούς τρόπους, αλλά γενικά βασίζεται στην αντίληψη πως οι ιδέες κυβερνούν την ανάπτυξη του υλικού κόσμου. Έτσι η ιστορία ερμηνεύεται σαν ιστορία της σκέψης. Οι ενέργειες των ανθρώπων αντιμετωπίζονται σαν το αποτέλεσμα αφηρημένων σκέψεων και όχι σαν αποτέλεσμα των υλικών τους αναγκών.
Ο Χέγκελ όντας συνεπής ιδεαλιστής, πήγε ένα βήμα μπροστά και αντικατέστησε στο ιδεαλιστικό φιλοσοφικό του σύστημα τη θέση των ιδεών από μια υπέρτατη Ιδέα, η οποία υπάρχει έξω από τον εγκέφαλο και είναι ανεξάρτητη από τον υλικό κόσμο. Ο υλικός κόσμος είναι απλά και μόνο μια αντανάκλαση αυτής της Ιδέας.
Οι υλιστές στοχαστές, από την άλλη πλευρά, έχουν διακηρύξει ότι η ύλη - η φύση - είναι πρωταρχική. Το πνεύμα και οι ιδέες είναι ένα προϊόν του εγκεφάλου. Ο εγκέφαλος - και συνεπώς και οι ιδέες - εμφανίστηκαν σε ένα συγκεκριμένο στάδιο στην ανάπτυξης της ζωντανής ύλης.
Οι βασικές θέσεις του Υλισμού είναι οι ακόλουθες:
α. Ο υλικός κόσμος, γνωστός σε μας μέσω των αισθήσεων μας και εξερευνημένος από την επιστήμη, είναι αληθινός. Η εξέλιξη του κόσμου οφείλεται στους δικούς του φυσικούς νόμους, χωρίς να χρειάζεται σε αυτή να παρέμβει οτιδήποτε υπερφυσικό.
β. Υπάρχει μόνος ένας κόσμος: ο υλικός. Η σκέψη είναι προϊόν της ύλης - του εγκεφάλου - χωρίς την οποία δεν μπορούν να υπάρξουν ιδέες από μόνες τους. Συνεπώς, οι σκέψεις και οι ιδέες δεν μπορούν να υπάρξουν ανεξάρτητα από την ύλη. Οι αφηρημένες ιδέες είναι μόνο αντανακλάσεις του υλικού κόσμου. «Για μένα» έγραφε ο Μαρξ «η ιδέα δεν είναι τίποτε άλλο από τον υλικό κόσμο, αντανακλασμένο στο ανθρώπινο μυαλό και μετασχηματισμένο σε σχήματα σκέψεων». Τέλος, είναι η κοινωνική ύπαρξη αυτή που καθορίζει τη συνείδηση.
Οι ιδεαλιστές αντιλαμβάνονται τη συνείδηση - τη σκέψη - σαν κάτι εξωτερικό και αντίθετο από την ύλη και τη φύση. Αυτή η αντίθεση είναι κάτι εντελώς λαθεμένο και τεχνητό. Υπάρχει μια στενή σχέση μεταξύ των νόμων της σκέψης και των νόμων της φύσης, γιατί οι πρώτοι ακολουθούν και αντανακλούν τους τελευταίους. Η σκέψη δεν μπορεί να αντλήσει τις μορφές της από τον εαυτό της, αλλά μόνο από τον εξωτερικό κόσμο.
Ακόμα και μια φαινομενικά αφηρημένη επιστήμη, σαν τα καθαρά μαθηματικά, έχει σε τελευταία ανάλυση ξεπηδήσει από την υλική πραγματικότητα και δεν είναι καρπός του μυαλού μας. Ο μαθητής μετράει κρυφά τα «υλικά» δάχτυλα του κάτω από το «υλικό» θρανίο προτού λύσει ένα αφηρημένο αριθμητικό πρόβλημα. Κάνοντας το αυτό, ξαναδημιουργεί τις πηγές των μαθηματικών από μόνος του. Βασιζόμαστε στο δεκαδικό σύστημα γιατί απλά έχουμε 10 δάχτυλα. Οι Ρωμαϊκοί αριθμοί βασίζονταν αρχικά πάνω στην αντιπροσώπευση των δακτύλων.
Ο Λένιν υποστήριζε : «Αυτό είναι ο υλισμός: η ύλη, ενεργώντας πάνω στα αισθητήρια όργανα μας, παράγει τις αισθήσεις. Οι αισθήσεις εξαρτώνται από τον εγκέφαλο, τα νεύρα κ.λπ.. άρα η ύλη είναι πρωταρχική. Η αίσθηση, η σκέψη, η συνείδηση, είναι το ανώτερο προϊόν της ύλης».
Οι άνθρωποι αποτελούν κομμάτι της φύσης και αναπτύσσουν τις ιδέες τους σε αδιάρρηκτη σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι διαδικασίες εξέλιξης της σκέψης είναι αληθινές, αλλά δεν είναι κάτι απόλυτο, έξω από τη φύση. Θα πρέπει να μελετώνται μέσα στις υλικές ή κοινωνικές συνθήκες και συγκυρίες, μέσα από τις οποίες ξεπηδάνε.
Ο Μαρξ έγραφε χαρακτηριστικά : «Τα φαντάσματα που σχηματίζονται στον ανθρώπινο εγκέφαλο είναι αναγκαίο να έχουν εξυψωθεί από τις υλικές, ζωντανές, εξελικτικές διαδικασίες». Αργότερα συμπέρανε: «Ή ηθική, η θρησκεία, η μεταφυσική και όλες οι υπόλοιπες ιδεολογίες και οι μορφές συνείδησης που αντιστοιχούν σε αυτές, δε διατηρούν πλέον την όψη της ανεξαρτησίας. Δεν έχουν ούτε ιστορία, ούτε εξέλιξη, αλλά οι άνθρωποι, αναπτύσσοντας την υλική τους παραγωγή και τις υλικές τους σχέσεις και συναλλαγές, αλλοιώνουν με αυτό το τρόπο την πραγματική τους ύπαρξη, τη σκέψη τους και τα προϊόντα της σκέψης τους. Δεν είναι η ζωή αυτή που προσδιορίζεται στη βάση της συνείδησης, αλλά η συνείδηση προσδιορίζεται από τη ζωή».
Οι Πηγές του Υλισμού
Ή πατρίδα όλου του σύγχρονου υλισμού", έγραφε ο Φρίντριχ Ένγκελς, "από τον 17ο αιώνα και μετά είναι η Αγγλία". Σε αυτή την περίοδο, η παλιά φεουδαρχική αριστοκρατία και η μοναρχία απειλήθηκαν από τις πρωτοεμφανιζόμενες μεσαίες τάξεις. Ο προμαχώνας του φεουδαρχισμού ήταν η Ρωμαϊκή Καθολική εκκλησία, η οποία προμήθευσε τη «Θεία δικαίωση» στη μοναρχία και στους φεουδαρχικούς θεσμούς. Έτσι έπρεπε πρώτα να καταπολεμηθεί αυτή, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για τη σύγκρουση με τη φεουδαρχία. Η ανερχόμενη αστική τάξη αμφισβήτησε τις παλιές ιδέες και τις «Θείες αντιλήψεις» πάνω στις οποίες βασιζόταν το παλιό καθεστώς.
Παράλληλα με την άνοδο των μεσαίων τάξεων, προχώρησε και η μεγάλη αναζωογόνηση των επιστημών. Η αστική τάξη, για την ανάπτυξη της βιομηχανικής της παραγωγής, χρειαζόταν μια επιστήμη η οποία θα εξακρίβωνε τις φυσικές ιδιότητες των αντικειμένων και τους τρόπους δράσης των δυνάμεων της φύσης. Μέχρι τότε η επιστήμη δεν ήταν παρά το ταπεινό εργαλείο της εκκλησίας, που δεν της επιτρεπόταν να υπερβεί τα σύνορα που όριζε το δόγμα της πίστης. Για το λόγο αυτό, δεν υπήρχε ουσιαστικά καθόλου επιστήμη.
Η αστρονομία, η μηχανική, η φυσική, η ανατομία και η φυσιολογία καλλιεργήθηκαν πάλι. Τον 17ο αιώνα, ο Γαλιλαίος υπερασπίστηκε την αλήθεια της θεωρίας του Κοπέρνικου, ότι δηλαδή η γη και οι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από τον ήλιο. Οι καθηγητές της εποχής, κορόιδεψαν αυτές τις ιδέες και χρησιμοποίησαν τη δύναμη της Ιεράς Εξέτασης ενάντια στο Γαλιλαίο, για να τον αναγκάσουν να απαρνηθεί τις απόψεις του. «Ή επιστήμη επαναστάτησε ενάντια στην εκκλησία. Η αστική τάξη δεν μπορούσε να κάνει χωρίς επιστήμη και συνεπώς έπρεπε να συμμετάσχει στην ανταρσία» (Φρ. Ένγκελς).
Ήταν αυτή η περίοδος που ο Φ. Μπέικον (Βάκων) (1561-1626) ανέπτυξε τις επαναστατικές του ιδέες πάνω στον υλισμό. Σύμφωνα με αυτόν, οι αισθήσεις ήταν αλάνθαστες και αποτελούσαν την πηγή όλης της γνώσης. Όλη η επιστήμη βασιζόταν πάνω στην εμπειρία και επεξεργαζόταν τις πληροφορίες που συνέλεγε με μια ορθολογιστική μέθοδο έρευνας: την απαρίθμηση (επαγωγή), την ανάλυση, τη σύγκριση, την παρατήρηση και το πείραμα.
Αργότερα ο Τόμας Χόμπς (1588-1679) έμελλε να συνεχίσει και να αναπτύξει συστηματικά τον υλισμό του Βάκωνα. Ο Χόμπς συνειδητοποίησε ότι οι ιδέες και οι έννοιες ήταν μόνο μια αντανάκλαση του υλικού κόσμου και ότι «είναι αδύνατο να διαχωρίσεις τη σκέψη, από την ύλη που σκέφτεται». Λίγο πιο μετά ο Άγγλος στοχαστής Τζών Λοκ (1632-1704), προμήθευσε τις αποδείξεις για αυτό τον υλισμό.
Η υλιστική σχολή της φιλοσοφίας πέρασε από την Αγγλία στη Γαλλία όπου ανυψώθηκε και αναπτύχθηκε πάρα πέρα από τον Ρενέ Ντεκάρτ (Καρτέσιος, 1596-1650) και τους οπαδούς του. Αυτοί οι Γάλλοι υλιστές δεν περιορίστηκαν σε κριτικές της θρησκείας, αλλά τις επέκτειναν σε όλους τους θεσμούς και τις ιδέες. Αμφισβήτησαν τα πάντα στο όνομα της λογικής και προμήθευσαν τα όπλα για την αναπτυσσόμενη αστική τάξη στην πάλη της με τη μοναρχία. Η μεγάλη αστική Γαλλική επανάσταση του 1789-93, είχε σαν σύμβολο της την υλιστική φιλοσοφία.
Σε αντίθεση με την Αγγλική επανάσταση στα μέσα του 17ου αιώνα, η Γαλλική κατέστρεψε τελείως την παλιά φεουδαρχική τάξη πραγμάτων. Όπως παρατήρησε αργότερα ο Ένγκελς, «γνωρίζουμε σήμερα, ότι αυτό το βασίλειο της λογικής, δεν ήταν τίποτα άλλο από το ιδεαλιστικό βασίλειο της αστικής τάξης».
Η ατέλεια αυτού του υλισμού μετά τον Βάκωνα, ήταν η άκαμπτη και μηχανιστική ερμηνεία της φύσης. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αγγλική σχολή της υλιστικής φιλοσοφίας άνθισε στο 18ο αιώνα, όταν οι ανακαλύψεις του Ισαάκ Νεύτωνα έκαναν τη μηχανική την πιο προχωρημένη και απαραίτητη επιστήμη. Σύμφωνα με τα λόγια του Ένγκελς: «Ο συγκεκριμένος περιορισμός αυτού του υλισμού, ήταν η ανικανότητα του να κατανοήσει το σύμπαν σαν μια εξελικτική διαδικασία, σαν ύλη που υπόκειται σε ασταμάτητη ιστορική εξέλιξη.»
Η Γαλλική επανάσταση είχε μια βαθιά επίδραση πάνω σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, παρόμοια με αυτή της Ρώσικης Επανάστασης του 1917. Επαναστατικοποίησε τη σκέψη σε κάθε πεδίο της πολιτικής, της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της τέχνης. Η ζύμωση των ιδεών που ξεπήδησαν από αυτή την αστικοδημοκρατική επανάσταση, έδωσε νέα ώθηση στις φυσικές επιστήμες: στη γεωλογία, στη βοτανική, στη χημεία, όσο και στην πολιτική οικονομία.
Ήταν σε αυτή την περίοδο που έγινε κριτική στη μηχανιστική προσέγγιση των υλιστών. Ο Γερμανός φιλόσοφος Εμμάνουελ Κάντ (1724-1804) δημιούργησε το πρώτο ρήγμα στις παλιές μηχανιστικές απόψεις, με την ανακάλυψη ότι η γη και το ηλιακό σύστημα είχαν γεννηθεί - και συνεπώς δεν υπήρχαν αιώνια. Το ίδιο ισχύει στη γεωγραφία, στη γεωλογία, στα φυτά και τα ζώα.
Αυτές οι επαναστατικές ιδέες του Κάντ, αναπτύχθηκαν πιο συγκεκριμένα από έναν άλλο λαμπρό Γερμανό στοχαστή, τον Χέγκελ (1770-1831). Ο Χέγκελ ήταν ένας ιδεαλιστής φιλόσοφος που πίστευε ότι ο κόσμος μπορούσε να εξηγηθεί σαν μια υλοποίηση της αντανάκλασης του Παγκόσμιου Νου ή της Ιδέας, δηλαδή κάποιας μορφής θεού.
Ο Χέγκελ αντιλαμβάνονταν τον κόσμο όχι σαν κάποιος που συμμετέχει ενεργητικά στην κοινωνία και στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά σαν ένας φιλόσοφος που εξετάζει τα γεγονότα από μακριά. Τοποθετούσε τον εαυτό του σαν όργανο μέτρησης του κόσμου, ερμηνεύοντας την ιστορία σύμφωνα με τις δικές του προκαταλήψεις, σαν την ιστορία της σκέψης και τον κόσμο σαν τον κόσμο των ιδεών, σαν ένα ιδεαλιστικό κόσμο. Έτσι για τον Χέγκελ τα προβλήματα και οι αντιθέσεις βασίζονταν, όχι σε αληθινούς όρους, αλλά σε όρους νοητικούς και μπορούσαν συνεπώς να βρουν λύση μόνο μέσα στα πλαίσια της σκέψης. Αντί οι αντιθέσεις στην κοινωνία να μπορούν να λυθούν με τις ενέργειες των ανθρώπων, με την ταξική πάλη, αντίθετα εύρισκαν τη λύση τους στα κεφάλια των φιλοσόφων, στην απόλυτη Ιδέα.
Εντούτοις, ο Χέγκελ ανέδειξε τα λάθη και τις ατέλειες της παλιάς μηχανιστικής υλιστικής θεώρησης. Τόνισε επίσης τις ανεπάρκειες της σχηματικής λογικής και ξεκίνησε τη δημιουργία μιας νέας θεώρησης του κόσμου, η οποία μπορούσε να εξηγήσει τις αντιθέσεις, τις αλλαγές και την κίνηση.
Παρόλο που ο Χέγκελ ανακάλυψε και ανέλυσε τους νόμους της κίνησης και της αλλαγής, ο ιδεαλισμός του διαπότιζε τα πάντα μέσα στο νου του. Αργότερα, ο αγώνας και οι κριτικές των «Νέων Χεγκελιανών», υπό την καθοδήγηση του Λούντβιχ Φόυερμπαχ (1804-1872), προσπάθησαν να διορθώσουν και να τοποθετήσουν τη φιλοσοφία ξανά στα πόδια της. Ωστόσο, ούτε ο Φόυερμπαχ «που από τη μέση και κάτω ήταν υλιστής και από τη μέση και πάνω ιδεαλιστής» (Φρ. Ένγκελς) - δεν ήταν ικανός να καθαρίσει εντελώς τον Χεγκελιανισμό από το ιδεαλιστικό του περιεχόμενο. Αυτή η δουλειά αφέθηκε στον Μαρξ και τον Ένγκελς, που αποδείχτηκαν οι μόνοι ικανοί για να απαλλάξουν τη διαλεκτική μέθοδο από το μυστικιστικό της κέλυφος. Η Χεγκελιανή διαλεκτική συνδυάσθηκε με το σύγχρονο υλισμό για να δημιουργήσει την επαναστατική κοσμοαντίληψη του Διαλεκτικού Υλισμού.
Είδαμε ότι ο σύγχρονος υλισμός είναι η αντίληψη ότι η ύλη είναι το πρωταρχικό και η σκέψη ή οι ιδέες είναι το προϊόν του εγκεφάλου. Αλλά τι είναι η διαλεκτική σκέψη ή η διαλεκτική; «Ή διαλεκτική δεν είναι τίποτε περισσότερο από την επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης και ανάπτυξης της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας και της σκέψης» (Φρ. Ένγκελς, «Αντι-Ντύρινγκ»).
Η διαλεκτική μέθοδος σκέψης είχε ήδη μια μακρόχρονη ύπαρξη προτού ο Μαρξ και ο Ένγκελς την αναπτύξουν επιστημονικά, σαν μέσο κατανόησης της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Οι αρχαίοι Έλληνες ανέδειξαν μερικούς μεγάλους διαλεκτικούς στοχαστές, μεταξύ των οποίων ήταν ο Πλάτωνας, ο Ζήνων και ο Αριστοτέλης. Ήδη από το 500 π.Χ., ο Ηράκλειτος προώθησε την ιδέα ότι «κάθε τι υπάρχει και δεν υπάρχει, γιατί κάθε τι βρίσκεται εν ροή (τα πάντα ρει), αλλάζει συνεχώς, γεννιέται και πεθαίνει. Είναι αδύνατον να μπεις δύο φορές μέσα σε ένα και το ίδιο ποτάμι». Αυτή η διατύπωση, περιέχει ήδη τη θεμελιώδη αντίληψη της διαλεκτικής, ότι το κάθε τι μέσα στη φύση βρίσκεται σε μια μόνιμη κατάσταση αλλαγής και ότι αυτή η αλλαγή ξεδιπλώνεται μέσα από μια σειρά αντιθέσεις.
«Η θεμελιώδης βασική αντίληψη για τον κόσμο είναι ότι δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτός σαν ένα σύμπλεγμα έτοιμων δοσμένων πραγμάτων, αλλά σαν ένα σύμπλεγμα εξελικτικών διαδικασιών, μέσα στο οποίο τα φαινομενικά σταθερά πράγματα, όπως και οι αφηρημένες αντανακλάσεις τους στο μυαλό μας, υπόκεινται συνεχώς σε μια ασταμάτητη αλλαγή γέννησης και εξαφάνισης.»
«Για τη διαλεκτική φιλοσοφία τίποτα δεν είναι τελικό, απόλυτο, ιερό. Αποκαλύπτει τον μεταβατικό χαρακτήρα των πάντων και στα πάντα. Τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί στην αδιάκοπη διαδικασία της γέννησης και του αφανισμού, στην απέραντη υπεροχή του ανώτερου πάνω στο κατώτερο. Και η διαλεκτική φιλοσοφία δεν είναι τίποτα άλλο από την απλή αντανάκλαση αυτής της διαδικασίας στον σκεπτόμενο εγκέφαλο μας.» (Φρ. Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ)
Διαλεκτική και Μεταφυσική
Οι Έλληνες φιλόσοφοι πρόβλεψαν εκπληκτικά τη μετέπειτα ανάπτυξη της διαλεκτικής, καθώς και των άλλων επιστημών. Αλλά δεν μπορούσαν οι ίδιοι να γίνουν φορείς αυτής της ανάπτυξης, λόγω του χαμηλού επιπέδου των παραγωγικών δυνάμεων και της έλλειψης επαρκών πληροφοριών για τη λεπτομερή λειτουργία του σύμπαντος. Οι ιδέες τους έδωσαν λίγο πολύ μια γενικά σωστή εικόνα, αλλά είχαν τον χαρακτήρα κυρίως εμπνευσμένων σκέψεων, παρά επιστημονικά επεξεργασμένων θεωριών. Για να προχωρήσει η ανθρώπινη σκέψη μπροστά, ήταν απαραίτητο να εγκαταλειφθεί η γενική και αφηρημένη κατανόηση του κόσμου και να συγκεντρωθεί στα μικρότερα και πιο κοσμικά καθήκοντα της συλλογής, της διαλογής και της καταγραφής πλήθους ξεχωριστών γεγονότων, της δοκιμής ειδικών θεωριών μέσω πειραμάτων, του προσδιορισμού κ.λπ.
Η εμπειρική, πειραματική μέθοδος, προκάλεσε μια τεράστια ανάπτυξη στην ανθρώπινη σκέψη και στην επιστήμη. Οι ανακαλύψεις πάνω στις λειτουργίες της φύσης μπορούσαν τώρα να γίνουν με επιστημονικό τρόπο, αναλύοντας κάθε ξεχωριστό πρόβλημα και δοκιμάζοντας κάθε συμπέρασμα. Αλλά μέσα σε αυτή τη διαδικασία, χάθηκε η παλιά ικανότητα να προσεγγίζονται τα πράγματα σε στενή αλληλο-συσχέτιση και όχι ξεχωριστά, στην κίνηση τους και όχι στατικά, στη ζωή τους και όχι στο θάνατο τους. Ο στενός εμπειρικός τρόπος της σκέψης που γεννήθηκε, προσδιορίζεται σαν μεταφυσική σκέψη και κυριαρχεί ακόμα στη σύγχρονη καπιταλιστική φιλοσοφία και επιστήμη. Στην πολιτική αντανακλάται στον περίφημο Οραματισμό του Ουίλσον – «αν κάτι δουλεύει πρέπει να είναι σωστό» - και στην επίμονη έμφαση «στα Δεδομένα».
Αλλά τα δεδομένα δε συλλέγονται από μόνα τους. Πρέπει να επιλεχθούν από ανθρώπους. Η ταξινόμηση, η ακολουθία και τα συμπεράσματα που εξάγονται από αυτά, εξαρτώνται από τις συγκεκριμένες ιδέες του συγκεκριμένου ατόμου. Έτσι, τέτοιες επίμονες αναφορές «τα δεδομένα», που υποτίθεται πως έχουν την επιστημονική αντικειμενικότητα και αμεροληψία, είναι συνήθως μόνο ένα προπέτασμα καπνού που κρύβει τις προκαταλήψεις του ερευνητή.
Η διαλεκτική ασχολείται μόνο με γεγονότα, αλλά με τα γεγονότα στην αλληλο-συσχέτιση τους. Δηλαδή, με διεργασίες και όχι μόνο με μεμονωμένες ιδέες, με νόμους, όχι μόνο με το ειδικό αλλά με το γενικό.
Η διαλεκτική σκέψη έχει την ίδια σχέση με τη μεταφυσική όσο μια κινηματογραφική ταινία έχει με μια φωτογραφία. Η μία δεν αντιφάσκει με την άλλη, αλλά τη συμπληρώνει. Εντούτοις, η πιο αληθινή και πιο πλήρης προσέγγιση της πραγματικότητας περιέχεται στην ταινία.
Για τους καθημερινούς σκοπούς και για απλούς υπολογισμούς, η μεταφυσική σκέψη ή η «κοινή λογική» είναι αρκετή. Αλλά έχει τα όρια της και πέρα από αυτά η εφαρμογή της «κοινής λογικής» αντιστρέφει την αλήθεια στο αντίθετο της.
Το βασικό ελάττωμα αυτού του τρόπου σκέψης είναι η ανικανότητα του να αντιληφθεί την κίνηση και την εξέλιξη, καθώς και η απόρριψη κάθε αντίθεσης. Παρ' όλα αυτά, η κίνηση και η αλλαγή προϋποθέτει την αντίθεση.
«Για τον μεταφυσικό τα πράγματα και οι νοητικές τους αντανακλάσεις -οι ιδέες-είναι ξεχωριστά, πρέπει να εξεταστούν το ένα μετά το άλλο και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, είναι αντικείμενα έρευνας ολοκληρωμένα, άκαμπτα, δοσμένα μια για πάντα. Ο μεταφυσικός σκέφτεται με απόλυτα αδιάλλακτη αντίθεση. Γι' αυτόν ένα πράγμα ή υπάρχει ή δεν υπάρχει: ένα πράγμα δεν μπορεί την ίδια στιγμή να είναι το ίδιο και κάτι διαφορετικό. Κατά απόλυτο τρόπο, το θετικό και το αρνητικό αποκλείουν το ένα το άλλο: το αίτιο και το αποτέλεσμα στέκουν σε άκαμπτη αντίθεση το ένα προς το άλλο». (Φρ. Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ).
Για τις καθημερινές ανάγκες, για παράδειγμα, είναι δυνατό να πει κανείς με ένα βαθμό βεβαιότητας αν ένα άτομο, φυτό ή ζώο είναι ζωντανό ή πεθαμένο. Αλλά στην πραγματικότητα η ερώτηση δεν είναι τόσο απλή, όπως αποδεικνύουν οι νομικές υποθέσεις περί εκτρώσεων και τα «δικαιώματα του εμβρύου». Σε ποιο ακριβώς σημείο αρχίζει η ανθρώπινη ζωή; Σε ποιο ακριβώς σημείο τελειώνει; Ούτε ο θάνατος είναι ένα απλό γεγονός, αλλά είναι μια παρατεταμένη εξελικτική διαδικασία, όπως την καταλάβαινε ο Ηράκλειτος.
«Για μας είναι το ίδιο πράγμα το να είσαι ζωντανός και πεθαμένος, κοιμισμένος και ξύπνιος, νέος και ηλικιωμένος: το κάθε ένα αλλάζει θέση και γίνεται το άλλο. Πατάμε και συγχρόνως δεν πατάμε μέσα στο ίδιο ρεύμα: υπάρχουμε και δεν υπάρχουμε» .
Ο Τρότσκι στο «Αλφάβητο του Διαλεκτικού Υλισμού» χαρακτήρισε τη διαλεκτική σαν την «επιστήμη των μορφών της σκέψης μας, που δε σταματά στα όρια των καθημερινών προβλημάτων της ζωής, αλλά προσπαθεί να φθάσει σε μια κατανόηση των πιο πολύπλοκων και πολυσύνθετων εξελικτικών διαδικασιών» .
Ο Τρότσκι εξήγησε ότι η σχέση της Διαλεκτικής και της σχηματικής (τυπικής) λογικής, της μεταφυσικής, είναι παρόμοια με τη σχέση που έχουν τα ανώτερα με τα απλά μαθηματικά. Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος που ανέπτυξε τους νόμους της τυπικής λογικής και από τότε το σύστημα αυτό έγινε αποδεκτό από τους μεταφυσικούς, σαν η μόνη δυνατή μέθοδος επιστημονικής σκέψης.
«Ή Αριστοτέλεια λογική του απλού συλλογισμού είναι αποδεκτή σαν αξίωμα για πάρα πολλές πρακτικές ανθρώπινες εκδηλώσεις και στοιχειώδεις γενικεύσεις. Η αυταπόδεικτη αλήθεια αρχίζει από την πρόταση ότι το Α ισούται με το Α (Α=Α). Αλλά στην πραγματικότητα το Α δεν είναι ίσο με Α. Αυτό είναι εύκολο να αποδεχτεί αν παρατηρήσουμε αυτά τα δύο γράμματα κάτω από ένα μικροσκόπιο: είναι αρκετά διαφορετικά. Αλλά κάποιος θα πει ότι η ερώτηση δε γίνεται για το μέγεθος ή το σχήμα των γραμμάτων, αφού είναι μόνο σύμβολα ίσων ποσοτήτων, π.χ. για ένα κιλό ζάχαρη. Η αντίρρηση δε λαμβάνει υπόψη της όμως αυτό το σημείο: στην πραγματικότητα ένα κιλό ζάχαρη δεν είναι ποτέ ίσο με ένα κιλό ζάχαρη. Μια ευαίσθητη ζυγαριά θα ανακαλύπτει πάντα μια απειροελάχιστη διαφορά. Αλλά και πάλι κάποιος θα φέρει αντίρρηση: ναι, μα ένα κιλό ζάχαρη είναι πάντα ίσο με τον εαυτό του. Ούτε αυτό είναι όμως αλήθεια, αφού όλα τα σώματα αλλάξουν διαρκώς μέγεθος, βάρος, χρώμα κ.λπ. Δεν είναι ποτέ ίσα με τον εαυτό τους.
Ένας σοφιστής θα αντέτινε ότι ένα κιλό ζάχαρη είναι ίσο με τον εαυτό του «σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή». Ανεξάρτητα από το αν έχει καμιά πρακτική αξία αυτό το «αξίωμα», ούτε αυτό αντέχει θεωρητικής κριτικής. Πως θα μπορούσαμε πραγματικά. να αντιληφθούμε τη λέξη «χρονική στιγμή»; Σαν μια καθαρά μαθηματική αφαίρεση, που είναι στην πραγματικότητα ένα χρονικό μηδέν; Το κάθε τι υπάρχει μέσα στο χρόνο: και η ίδια η ύπαρξη είναι μια αδιάκοπη διαδικασία μετασχηματισμού: ο χρόνος συνεπώς, είναι ένα θεμελιώδες στοιχείο της εξέλιξης. Το αξίωμα ότι το Α είναι ίσο με τον εαυτό του, ισχύει μόνο όταν το Α δεν αλλάζει και, συνεπώς, μόνο όταν δεν υπάρχει.
Με μια πρώτη ματιά θα φαινόταν ότι αυτές οι λεπτομέρειες είναι άχρηστες. Στην πραγματικότητα όμως είναι αποφασιστικής σημασίας. Το αξίωμα ότι Α=Α εμφανίζεται από τη μια πλευρά να είναι το σημείο εκκίνησης για όλη τη γνώση και από την άλλη μεριά είναι το σημείο αφετηρίας για κάθε λάθος στη γνώση μας. Για να χρησιμοποιήσουμε το αξίωμα αυτό σωστά, πρέπει να καθορίσουμε τα όρια μέσα στα οποία ισχύει. Όταν οι ποσοτικές αλλαγές στο Α είναι πολύ μικρές, τότε για την ανάγκη της στιγμής μπορούμε να θεωρήσουμε ότι Α=Α. Αυτό είναι ο τρόπος π.χ. με τον οποίο ο αγοραστής και ο πωλητής αντιμετωπίζουν ένα κιλό ζάχαρη. Με τον ίδιο τρόπο αντιλαμβανόμαστε τη θερμότητα του ήλιου. Μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε την αγοραστική δύναμη του δολαρίου με τον ίδιο τρόπο. Αλλά οι ποσοτικές αλλαγές πάνω από κάποια ορισμένα όρια μετατρέπονται σε ποιοτικές. Ένα κιλό ζάχαρη μέσα σε νερό παύει να είναι ένα κιλό ζάχαρη. Ένα δολάριο μέσα στη θύελλα μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης παύει να είναι ένα δολάριο. Το να προσδιορίσεις την ακριβή χρονική στιγμή, το κριτικό σημείο, όπου η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα, είναι ένα από τα πιο σημαντικά και δύσκολα καθήκοντα σε όλες τις σφαίρες της γνώσης, περιλαμβανομένης και της κοινωνιολογίας." (Λ. Τρότσκι « Το Αλφάβητο του διαλεκτικού υλισμού»)
|