Βενεζουέλα: οι εθνικοποιήσεις στη βιομηχανία τροφίμων και το εργατικό κίνημα
Του Patrick Larsen – από το CMR
(Επαναστατικό Μαρξιστικό Ρεύμα – Μαρξιστική Τάση του PSUV – Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας)
Μετάφραση Χάρης Μασαούτης
Κατά τη διάρκεια του 2007 και του 2008 η έλλειψη βασικών τροφίμων έχει αποτελέσει μέρος της καθημερινής ζωής για εκατομμύρια Βενεζουελανούς. Κάποιες φορές ήταν ο καφές, άλλες φορές η ζάχαρη, το γάλα, το ρύζι, το μαγειρικό λάδι ή τα φασόλια που έλειπαν από τα ράφια των καταστημάτων. Η λεγόμενη «διατροφική κρίση» είναι το αποτέλεσμα της ιδιαίτερης κατάστασης της Βενεζουέλας σήμερα. Από τη μία μεριά, η κυβέρνηση δεν έχει παρέμβει αποφασιστικά ενάντια στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αλλά από την άλλη μεριά προσπαθεί να επιβάλει κανονισμούς και ελέγχους για να απαντήσει στην επαναστατική πίεση που δέχεται από τις μάζες. Έτσι δημιουργείται μία ιδιαίτερη οικονομική κατάσταση, όπου ο καπιταλισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει «φυσιολογικά», ενώ ούτε ο γενικός σχεδιασμός της εθνικής οικονομίας είναι δυνατός, καθώς οι βασικοί μοχλοί της παραμένουν σε χέρια ιδιωτών. Επιπροσθέτως στο πρόβλημα συντελούν αποφασιστικά η κερδοσκοπία, η δολιοφθορά εκ μέρους των καπιταλιστών, η απόκρυψη των τροφίμων και η «μαύρη αγορά».
Οι ελλείψεις συνοδεύονται από «τσουχτερό» πληθωρισμό. Στο Καράκας οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί κατά 49.9% σε ένα χρόνο. Η τιμή ενός κιλού κρεμμυδιών είναι τώρα σχεδόν 4€, ακριβότερη σε σχέση με τις περισσότερες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες! Το ίδιο ισχύει με άλλα βασικά διατροφικά προϊόντα, όπως το κρέας, το μαγειρικό λάδι, η πάπρικα και το ρύζι. Σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής, το ελάχιστο κόστος ζωής αυξήθηκε από 647,23 Bolivars τον Ιανουάριο του 2008 σε 895,06 το Δεκέμβριο του 2008, παρά την ταυτόχρονη αύξηση στους μισθούς, με αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργατών.
Παρά την προσπάθεια εκ μέρους της κυβέρνησης να επενδύσει στην αγροτική οικονομία, για να εξαρτάται λιγότερο από τις εισαγωγές, τη κατάσταση έχει επιδεινωθεί. Ο αναδασμός της γης που έκανε η κυβέρνηση ήταν αρκετά μετριοπαθής και υπολείπεται όσων απαιτούνται για να ικανοποιηθούν οι πιο βασικές ανάγκες της εθνικής δημοκρατικής επανάστασης. Το 2001 πέρασε νόμος αναδασμού της γης και αν και προκάλεσε την οργή των γαιοκτημόνων (πολλοί από τους οποίους έχουν σχέσεις με πολυεθνικές εταιρείες ή είναι τοπικοί αντιπρόσωποί τους), περισσότερο από το 80% των γεωργικών εκτάσεων εξακολουθεί να ελέγχεται από λιγότερο του 5% των κτηματιών.
Αυτός ο συνδυασμός μεταξύ ελλείψεων τροφίμων και πληθωρισμού δημιουργεί μία πολύ επικίνδυνη κατάσταση, επειδή χτυπά τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα και υπονομεύει την υποστήριξη στην επανάσταση. Η ανικανότητα της βενεζουελανής κυβέρνησης να λύσει το πρόβλημα ήδη έπαιξε ρόλο-κλειδί στην ήττα στο δημοψήφισμα για την συνταγματική αναθεώρηση το Δεκέμβριο του 2007, όταν 3 εκατομμύρια υποστηρικτές του Τσάβες απείχαν από την ψηφοφορία. Αυτό εξηγεί γιατί στις αρχές του 2008 ξεκίνησε εκστρατεία με άμεση πρωτοβουλία του Τσάβες για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Η κατάσχεση αποθεμάτων τροφίμων από την Εθνική Φρουρά ανακούφισε προσωρινά από το πρόβλημα, αλλά δεν μπορεί να το λύσει μακροπρόθεσμα. Το να βασίζεται κανείς για να λύσει τα προβλήματα των εργαζομένων στις ενέργειες μιας κρατικής διοίκησης η οποία συνεχίζει να αποτελεί τμήμα του σάπιου και διεφθαρμένου καπιταλιστικού κράτους, σε τελική ανάλυση, είναι σαν να βάζει «το λύκο να φυλάει τα πρόβατα».
Οι εργάτες παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους
Το Φεβρουάριο, το INDEPABIS (Εθνικό Ινστιτούτο για την Προστασία της Πρόσβασης του Λαού σε Αγαθά και Υπηρεσίες) διεξήγαγε μία σειρά από έρευνες σε ιδιωτικές εταιρίες στον τομέα τροφίμων. Σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας ρυζιού στο Guarico, που ανήκει στο μεγαλύτερο παραγωγό τροφίμων της χώρας, την Polar, το ινστιτούτο αποκάλυψε ότι το εργοστάσιο λειτουργούσε με τη μισή δυνατή παραγωγική δυνατότητα. Συχγρόνως, το εργοστάσιο προσέθετε τεχνητά παρασκευάσματα στο 90% του ρυζιού του, προκειμένου να παρακάμψει τους ελέγχους τιμών που έχουν θεσπιστεί απο την κυβέρνηση και αφορούν μόνο μη «βελτιωμένα» προϊόντα. Το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, ο Τσάβες διέταξε κρατική παρέμβαση στο εργοστάσιο στο Guárico για 90 μέρες. Οι εργάτες του εργοστασίου υποστήριξαν το μέτρο με μεγάλο ενθουσιασμό και ξεκίνησαν να παράγουν 100% ατροποποίητο ρύζι. Αυτό δείχνει ότι είναι απόλυτα δυνατό να παράγεται φθηνό ρύζι. Οι εργάτες απέδειξαν ότι μόλις οι ίδιοι αναλάβουν τον έλεγχο, η παραγωγή μπορεί να λειτουργεί ομαλά και να εκπληρώνει τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού. Σε ένα εμβρυϊκό στάδιο, αυτό δείχνει τι θα μπορούσε να επιτευχθεί στη βάση ενός Σοσιαλιστικού σχεδίου παραγωγής, που θα έχει συζητηθεί και αποφασιστεί από τους εργάτες και το λαό γενικότερα.
Στην τηλεοπτική εκπομπή του την 1η Μαρτίου, ο Τσάβες απείλησε τους καπιταλιστές του τομέα τροφίμων: «Εάν η δολιοφθορά συνεχιστεί θα απαλλοτριώσουμε όλα τους τα εργοστάσια και θα μετατρέψουμε την ατομική σε δημόσια ιδιοκτησία». Εν τω μεταξύ, το INDEPABIS συνέχιζε να ερευνά εργοστάσια ρυζιού στην Portuguesa και άλλες πολιτείες. Λίγες μέρες μετά, στις 3 Μαρτίου, ο Τσάβες ανακοίνωσε την εθνικοποίηση των εργοστασίων ρυζιού της «Cargill», μιας αμερικανικής πολυεθνικής εταιρείας τροφίμων. Αποκαλύφθηκε ότι αυτό το εργοστάσιο ρυζιού της στην Portuguesa έβαζε τεχνητά πρόσθετα σε όλο το παραγόμενο ρύζι, για να παρακάμψει τους ελέγχους τιμών.
Το σημαντικότερο στοιχείο στον αγώνα κατά της έλλειψης τροφίμων είναι η κινητοποίηση των εργατών. Όταν «έσπασε ο πάγος» με την κρατική παρέμβαση στο εργοστάσιο ρυζιού στο Guárico, οι εργάτες της βιομηχανίας τροφίμων από όλη τη Βενεζουέλα άρχισαν να οργανώνονται και να απαιτούν δράσεις εναντίον της δολιοφθοράς των καπιταλιστών. Όποτε οι αξιωματούχοι του INDEPABIS πήγαν να ελέγξουν εργοστάσια, βρήκαν την υποστήριξη των εργατών. Ο Juan Crespo, ο εθνικός ηγέτης της Fetraharina (Συνδικαλιστικού φορέα των εργατών αλευριού) που οργανώνει περισσότερους από 25.000 εργάτες σε εθνικό επίπεδο, είπε: «Οι εργάτες είναι αυτοί που θα ξεμπροστιάσουν τις εταιρείες και θα πουν, ορίστε η κερδοσκοπία, ορίστε η απόκρυψη – αν περί αυτού πρόκειται».
Το Σάββατο 7 Μαρτίου, ο Υπουργός Αγροτικής Οικονομίας, Elías Jaua, ζήτησε από το λαό «να βγει και να καταλάβει τα μέσα παραγωγής τροφίμων», εξηγώντας ότι αυτό δεν είναι ένας αγώνας «μεταξύ της κυβέρνησης και της μιας ή της άλλης εταιρείας», αλλά μάλλον «ένας αγώνας μεταξύ του λαού και της ολιγαρχίας που δημιουργεί την πείνα, εκμεταλλεύεται το λαό και αποθησαυρίζει την παραγωγή». Απαντώντας στην κριτική από τον πρόεδρο της Fedenaga, ομοσπονδίας εκτροφέων βοοειδών, ο Jaua είπε: «Ο πρόεδρος της Fedenaga προσποιείται ότι είναι αγρότης, αλλά στην πραγματικότητα έχει μισθωτούς εργάτες που αρμέγουν τις αγελάδες. Εάν αυτός ο κύριος Fedenaga προσπαθήσει να κάνει τίποτα κόλπα, θα απαλλοτριώσουμε το αγρόκτημά του και οι εργάτες του θα εξακολουθούν να αρμέγουν τις αγελάδες. Στο τέλος της μέρας, οι γαιοκτήμονες δεν έχουν σπείρει καθόλου, δεν έχουν αρμέξει καμία αγελάδα, αλλά μάλλον διαχειρίζονται τα κέρδη, που είναι προϊόν κερδοσκοπίας και εκμετάλλευσης».
Η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης επιβεβαιώνεται
Για δεκαετίες η αστική τάξη και οι γαιοκτήμονες της Βενεζουέλας δρούσαν και εξακολουθούν να δρουν ως απόλυτα παρασιτική τάξη. Αντί να χρησιμοποιούν τις τεράστιες πηγές πλούτου της Βενεζουέλας και το γόνιμο έδαφός της για να καταστήσουν τη χώρα αυτάρκη σε τρόφιμα, η αστική τάξη έχει διατηρήσει μια κατάσταση, στην οποία τα περισσότερα τρόφιμα εισάγονται από τη Βραζιλία, την Κολομβία, τις Η.Π.Α., τον Καναδά και άλλες χώρες. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, τη παραγωγή τροφίμων αποτελούσε λιγότερο από το 6% του Α.Ε.Π. το Μάιο του 2005.
Οι Βενεζουελανοί γαιοκτήμονες δρουν σύμφωνα με τα συμφέροντα των μεγάλων αλυσιδών σουπερμάρκετ, τα οποία έχουν σχέσεις με πολυεθνικές εταιρείες παραγωγής και διανομής τροφίμων. Για δεκαετίες συνήθιζαν να διαχειρίζονται κερδοσκοπικά – όχι να παράγουν. Και το ίδιο πρότυπο συνεχίζεται σήμερα. Παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να δημιουργήσει εναλλακτικές αλυσίδες σουπερμάρκετ, κάτι τέτοιο αποδείχθηκε απόλυτα ανεπαρκές. Από τη μία πλευρά υπάρχουν σχετικά λίγα τέτοια σουπερμάρκετ και συχνά πρέπει να περιμένει κανείς με τις ώρες στην ουρά. Από την άλλη πλευρά, συχνά πολλά βασικά τρόφιμα λείπουν από τα ράφια των κρατικών οργανισμών διανομής, της Mercal και της PDVAL. Έχουν επίσης υπάρξει υποθέσεις διαφθοράς και λαθρεμπορίου από γραφειοκράτες στη Mercal.
Πρόσφατα, ένας εργάτης στη Mercal και μέλος του PSUV, ο οποίος εξέφραζε τις διαμαρτυρίες του ενάντια σε αυτές τις πρακτικές, απήχθη και δολοφονήθηκε από αγνώστους. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει τον αστικό, χαρακτήρα του κράτους και το γεγονός ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όργανο για τη διεξαγωγή της επανάστασης και ούτε καν ως όργανο για να λάβει τα στοιχειώδη προοδευτικά μέτρα. Η Mercal και η PDVAL θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά εάν η παραγωγή των τροφίμων βρισκόταν υπό τον έλεγχο των εργατών και του λαού γενικότερα. Αλλά ενώσω δεν δημιουργείται ένα νέο επαναστατικό κράτος και ενώ το παλίο κράτος, κληρονομία της 4ης Δημοκρατίας, παραμένει, ο καρκίνος της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας θα συνεχίζει να υποσκάπτει τα προοδευτικά σχέδια που ο Τσάβες προσπαθεί να πραγματοποιήσει.
Η ανικανότητα της βενεζουελανής αστικής τάξης να προαγάγει τη Βενεζουέλα ως έθνος και να μειώσει την εξάρτησή της σε εισαγωγές είναι η κύρια αιτία της λεγόμενης «διατροφικής κρίσης». Αποτελεί λαμπρή επιβεβαίωση της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης, που διατυπώθηκε από το Ρώσο επαναστάτη Λέον Τρότσκι το 1904. Η θεωρία αυτή, για την οποία ο Τσάβες έχει μιλήσει περισσότερες από μία φορές, υποστηρίζει ότι στις αποικιοκρατικές και ημιαποικιοκρατικές χώρες, όπου η αστική τάξη εισήλθε όψιμα στο ιστορικό προσκήνιο, η ίδια είναι ανίκανη να εκπληρώσει τις βασικές προϋποθέσεις της εθνικής-δημοκρατικής επανάστασης. Είναι υποταγμένη στους συντηρητικούς γαιοκτήμονες, τους τραπεζίτες και τον ιμπεριαλισμό. Υπάρχουν χιλιάδες δεσμοί που τους ενώνουν. Έτσι, είναι ουτοπικό και αντιδραστικό να πιστεύει κανείς ότι υπάρχει κάτι που λέγεται «εθνική, πατριωτική αστική τάξη» στη Βενεζουέλα, που μπορεί να αποτελέσει σύμμαχο στη μάχη κατά του ιμπεριαλισμού.
Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά, η βενεζουελανή επανάσταση συγκρούεται κατά μέτωπο με την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Η ατομική ιδιοκτησία είναι εμπόδιο για την εθνική κυριαρχία στον τομέα της παραγωγής τροφίμων. Προκειμένου να εκπληρώσει τις βασικές προϋποθέσεις της εθνικής-δημοκρατικής επανάστασης, η εργατική τάξη – ηγούμενη της αγροτιάς που την ακολουθεί – πρέπει να τεθεί επικεφαλής της επανάστασης και να συντρίψει τα απομεινάρια της ατομικής ιδιοκτησίας και της παλιάς αστικής κρατικής μηχανής. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούν να καθιερωθούν μια αποτελεσματική μεταρρύθμιση στην κατοχή της γης και η βιομηχανοποίηση της αγροτιής οικονομίας, που μπορεί να δώσει τεράστια ώθηση στην εγχώρια παραγωγή τροφίμων. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο η εθνική-δημοκρατική επανάσταση θα εξελιχθεί σε σοσιαλιστική επανάσταση. Με αυτή την έννοια, η επανάσταση θα γίνει «διαρκής». Αυτό είναι το πραγματικό δίδαγμα της τρέχουσας διαμάχης για τα αποθέματα ρυζιού.
Υπάρχει κι ένα πρόσφατο ιστορικό παράδειγμα, που επιβεβαιώνει αυτό το βασικό αξίωμα. Στην Κούβα το 1959 η επανάσταση ξεκίνησε ως εθνική-δημοκρατική. Στην πραγματικότητα το αρχικό πρόγραμμα του «Κινήματος της 26ης Ιουλίου» του Φιντέλ Κάστρο ήταν ένα πρόγραμμα αστικής δημοκρατίας. Αλλά προκειμένου να εκπληρώσει τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις της εθνικής-δημοκρατιής επανάστασης, ο Φιντέλ Κάστρο συγκρούστηκε με τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων, της αστικής τάξης και των πολυεθνικών. Στην πραγματικότητα η δολιοφθορά εκ μέρους των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών και διυλιστηρίων ζάχαρης, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική επέμβαση του ιμπεριαλισμού ήταν αυτά που οδήγησαν στην κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής στην Κούβα το 1960-61. Για να προστατευθεί η Κούβα από εξωτερικές παρεμβάσεις και για να επιτευχθεί αναδασμός της γης, να τεθεί ένα τέλος στη διαφθορά κ.ο.κ., ήταν απαραίτητο να πάρει τον έλεγχο των καθοριστικών τομέων της οικονομίας και να διακηρύξει ότι η επανάσταση στην Κούβα ήταν πράγματι μια Σοσιαλιστική Επανάσταση. Απλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος.
Η ανάγκη για μία επαναστατική ηγεσία του εργατικού κινήματος
Δεν είναι προδιαγεγραμμένο ότι οι ίδιες εξελίξεις θα λάβουν χώρα στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, αυτό εξαρτάται και από την ηγεσία του εργατικού κινήματος. Για σχεδόν 3 χρόνια η UNT (Εθνική Ένωση Εργατών) έχει παραλύσει από έναν εγκληματικό διχασμό ανάμεσα σε διάφορες κλίκες που επιδιώκουν προνόμια και καριέρα αντί να προάγουν το κίνημα. Ο Orlando Chirino, του οποίου οι σεχταριστικές πολιτικές τον οδήγησαν να συνηγορεί υπέρ της αλλοίωσης ψηφοδελτίων στο πρόσφατο συνταγματικό δημοψήφισμα, έπαιξε έναν ιδιαίτερα επιζήμιο ρόλο. Ενώ η κυβερνητική εκστρατεία κατά της έλλειψης τροφίμων παρέχει στο συνδικαλιστικό κίνημα μια χρυσή ευκαιρία να ξεκινήσει μια εκστρατεία κατάληψης εργοστασίων και εργατικού ελέγχου, οι λεγόμενοι «ηγέτες» αναλώνονται στην προσπάθεια να υποσκάψει ο ένας τη θέση του άλλου.
Οι εργάτες σε όλη τη Βενεζουέλα απαιτούν ενότητα και δράση. Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε την 1η Δεκεμρίου 2008 στην εφημερίδα «El Universal» ανέφερε ότι το 2007 είχαμε τη μεγαλύτερη αύξηση σε νέες συνδικαλιστικές οργανώσεις εδώ και 15 χρόνια. Το ίδιο άρθρο εξηγούσε πως οι απεργιακή δραστηριότητα είχε αυξηθεί κατά 13.6% σε ένα χρόνο.
Οι αρχές του 2009 χαρακτηρίστηκαν επίσης από σημαντικούς αγώνες. Ο πιο χαρακτηριστικός απο αυτούς ήταν αναμφίβολα ο αγώνας στην αυτοκινητοβιομηχανία, όπου τα εργοστάσια των «Mitsubitshi» και «Vivex» καταλήφθηκαν από εργάτες. Το γεγονός αυτό οδήγησε και σε άλλες καταλήψεις, όπως του εργοστασίου της «Toyota». Ακριβώς όπως και στον τομέα των τροφίμων, το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των αγώνων ήταν η αντίσταση των εργατών στο σαμποτάρισμα των καπιταλιστών.
Αυτό που χρειάζεται να γίνει, είναι η Γενική συνομοσπονδία εργατών, η UNT να ξεκινήσει μια εθνική εκστρατεία καταλήψεων εργοστασίων στο πνεύμα του υπέροχου αυθόρμητου κινήματος κατά του «λοκ – άουτ» των αφεντικών το 2002-2003. Αυτό πρέπει να γίνει σε συνεργασία με το FNCEZ (Εθνικό Αγροτικό Μέτωπο του Ezequiel Zamora), οργανώνοντας ταυτόχρονα καταλήψεις γης. Η κυβέρνηση έχει κάνει βήματα προς της σωστή κατεύθυνση. Οι εργάτες πρέπει να ανταποκριθούν κάνοντας τα λόγια πράξη.
Μόνο με την κατάργηση του καπιταλισμού θα μπορούσε η οικονομία της Βενεζουέλας να αρχίσει να οργανώνεται δημοκρατικά. Όταν ο Τρότσκι ρωτήθηκε το 1937 πώς θα ήταν δυνατό να νικήσει η ισπανική επανάσταση, απάντησε κατ’ αυτόν τον τρόπο: «Ο μόνος δυνατός τρόπος να εξασφαλιστεί η νίκη στην Ισπανία είναι να πει κανείς στους χωρικούς: Το ισπανικό έδαφος είναι το δικό σας έδαφος! Να πει στους εργάτες: Τα ισπανικά εργοστάσια είναι τα δικά σας εργοστάσια! Αυτή είναι η μόνη πιθανότητα να εδραιωθεί η νίκη». Το ίδιο ακριβώς ισχύει για τη Βενεζουέλα σήμερα!
|