Όταν έγραφε ο Λένιν για το ζήτημα της καπιταλιστικής Ενωμένης Ευρώπης, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν ακόμα τον κυρίαρχο ρόλο στον Παγκόσμιο ανταγωνισμό. Αντίθετα, οι κυρίαρχες δυνάμεις παγκόσμια ήταν η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία και ο ανταγωνισμός ήταν οξυμένος μεταξύ τους στην πάλη για τις αποικίες. Δεν είχαν λόγο να συνεργαστούν, καθώς η μία αποτελούσε τον κυριότερο εχθρό της άλλης και τα συμφέροντά τους συγκρούονταν άμεσα. Αυτό αποδείχτηκε περίτρανα με τους δύο παγκοσμίους πολέμους. Η μόνη περίοδος που το μεγαλύτερο κομμάτι της Ευρώπης βρέθηκε ενωμένο σε καπιταλιστική βάση, ήταν κάτω από τη μπότα του ναζισμού και απαραίτητο γι’ αυτό, ήταν μία από τις καπιταλιστικές χώρες να τσακίσει τους αντιπάλους της και όχι να συνεργαστεί μαζί τους. Βέβαια δεν χρειάζεται εξήγηση για το πόσο αντιδραστικό χαρακτήρα είχε μια τέτοια ενοποίηση.
Ήδη όμως από την περίοδο του μεσοπολέμου, το κέντρο βάρους του παγκόσμιου καπιταλισμού άρχισε να μεταφέρεται στις ΗΠΑ. Με το πέρασμα δύο Παγκοσμίων Πολέμων από πάνω της, η Ευρώπη βρέθηκε τσακισμένη, η βιομηχανία της συντετριμμένη, οι λαοί της εξαθλιωμένοι, τα χρέη της τεράστια, απέναντι σε μια ΕΣΣΔ δυνατότερη από ποτέ και με ένα επαναστατικό κύμα να σαρώνει τη μία χώρα μετά την άλλη. Οι ΗΠΑ σε αυτές τις συνθήκες ξεπέρασαν σε όλα τα επίπεδα τους λαβωμένους ευρωπαίους ανταγωνιστές τους και έγιναν εγγυητής της επιβίωσης του καπιταλισμού (οικονομικά και στρατιωτικά) με το σχέδιο Μάρσαλ και το ΝΑΤΟ. Η Ιαπωνία βγήκε επίσης ενισχυμένη στη διεθνή αγορά.
Σε αυτές τις νέες συνθήκες ήταν επιβεβλημένη μια συνεργασία μεταξύ των ανταγωνιζόμενων καπιταλιστικών δυνάμεων της Ευρώπης για να μπορέσουν να προστατέψουν τις αγορές τους από τους Αμερικάνους και Γιαπωνέζους ιμπεριαλιστές, να ανταπεξέλθουν στον Διεθνή ανταγωνισμό και να τσακίσουν το ανήσυχο εργατικό κίνημα. Χρειάζονταν τον περιορισμό των δασμών μεταξύ τους και την από κοινού εκμετάλλευση των πρώτων υλών, για να αναπτύξουν μια κοινή αγορά μεγάλης επικράτειας ώστε να αναπτύξουν ξανά τις παραγωγικές δυνάμεις τους και να ανοικοδομήσουν τις κατεστραμμένες υποδομές τους. Επίσης χρειάζονταν μια στρατιωτική συνεργασία και μια κοινή εξωτερική πολιτική ενάντια στην ΕΣΣΔ, που ο στρατός της είχε προελάσει στις μισές σφαίρες επιρροής τους. Για αυτούς τους λόγους δημιούργησαν μια τελωνειακή και νομισματική ένωση και έτσι η ευρωπαϊκή ενοποίηση σε καπιταλιστική βάση φάνηκε ξαφνικά λιγότερο ουτοπική.
Βεβαίως όλα αυτά έγιναν δυνατά μόνο πάνω στο έδαφος της τεράστιας οικονομικής ανάπτυξης που ήρθε χάρη στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Με λίγα λόγια, η πίτα ήταν τεράστια και όλο και διευρυνόμενη και συνεπώς ήταν πιο εύκολο να την μοιράσουν, δηλ. οι ανταγωνισμοί μεταξύ τους υποχώρησαν προσωρινά.
Ανακεφαλαιωτικά οι λόγοι για τους οποίους έγινε εν μέρει εφικτή η Ευρωπαϊκή ενοποίηση (βασικά η ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς) ήταν:
1) Η αδυναμία κάθε ευρωπαϊκής εθνικής αστικής τάξης να ανταγωνιστεί μόνη της τους Αμερικάνους και Γιαπωνέζους ιμπεριαλιστές (να προστατέψει την αγορά της και τις αποικίες της).
2) Το φόβητρο της ενισχυμένης ΕΣΣΔ και των εργατικών κρατών που απλώθηκαν στο μισό έδαφος της Ευρώπης.
3) Η ανάγκη κατάπνιξης του εργατικού κινήματος.
4) Η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη που άμβλυνε τους ανταγωνισμούς μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών.
Βεβαίως, κάθε αστική τάξη είχε τους δικούς της ιδιαίτερους λόγους και τις δικές της επί μέρους σκοπιμότητες να θέλει την ενοποίηση και αυτό σήμαινε υποβόσκουσες αντιφάσεις, που αργά ή γρήγορα θα έρχονταν στην επιφάνεια.
Η Γερμανία είδε μια ευκαιρία να πετύχει με οικονομικά μέσα, σαν μεγαλύτερη οικονομικά και βιομηχανικά δύναμη από τις άλλες, αυτό που απέτυχε δύο φορές να κάνει με στρατιωτικά μέσα, να κυριαρχήσει σε όλη την Ευρώπη.
Η Γαλλία θέλησε να εκμεταλλευτεί την προσωρινή της στρατιωτική υπεροχή για να υποτάξει τη διαμελισμένη (από τον πόλεμο) Γερμανία, από την οποία είχε νικηθεί σε όλες τις ένοπλες αναμετρήσεις.
Η Αγγλία έβλεπε να χάνεται η υπεροχή της και από πρώτη υπερδύναμη, να χάνει όλες τις αποικίες της προς όφελος των ΗΠΑ και να μετατρέπεται σε ένα συμπλήρωμα του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Η αστική τάξη λοιπόν της Αγγλίας, παρ’ ότι υπερβολικά κοντόφθαλμη, σιγά-σιγά κατάλαβε ότι η συμμετοχή της στην κοινότητα θα λειτουργούσε σαν αντίβαρο στην όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ και παράλληλα ήταν απαραίτητη για να μη χάσει το πλεονέκτημα σε σχέση με τους αντιπάλους της στο έδαφος της Ευρώπης.
Για τις μικρότερες καπιταλιστικές χώρες όπως η Ελλάδα και εν μέρει η Ιταλία, ήταν εξαιρετικά ελκυστική η προοπτική, για τις παχυλές επιδοτήσεις που θα έπαιρναν τα πρώτα χρόνια, για τη συμβολή του Ευρωπαϊκού κεφαλαίου στις υποδομές (μεταφορές κλπ) που από μόνες τους οι παραδοσιακά παρασιτικές αστικές τους τάξεις δεν θα δημιουργούσαν ποτέ, και τέλος, για την ευκαιρία που δόθηκε στα κεφάλαιά τους (έστω και με την κηδεμονία των μεγαλύτερων δυνάμεων) να βρουν διέξοδο στην Ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά, πράγμα που δεν θα πετύχαιναν ποτέ με δικά τους μέσα.
Οι θεσμοί και οι δομές της ΕΕ