|
Ο Ούγκο Τσάβες, ένας πρώην αξιωματικός του στρατού,
κέρδισε για πρώτη φορά τις Προεδρικές εκλογές που έγιναν στη Βενεζουέλα στις 6
Δεκεμβρίου 1998, με το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων (56,2%) που πήρε ποτέ υποψήφιος
τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, έχοντας ως προμετωπίδα του τον αγώνα ενάντια
στη διαφθορά και τη φτώχεια, κατηγορώντας τα δύο μεγάλα κόμματα που είχαν
κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή της Βενεζουέλας από το 1958 ως υπεύθυνα για
αυτήν την κατάσταση.
Η συντριπτική πλειοψηφία του λαού, σε μια χώρα που το
80% ζει στο περιθώριο, ψήφισε για εκπροσώπους της ένα κίνημα νέων και
προοδευτικών αξιωματικών, οι οποίοι 6 χρόνια πριν προσπάθησαν να ανατρέψουν την
λαομίσητη κυβέρνηση του Προέδρου Κάρλος Αντρές Πέρεζ , μέσω ενός στρατιωτικού
πραξικοπήματος.
Η εκλογή του Τσάβες - ενάντια σε όλες τις εκλογικές
προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί στη Βενεζουέλα - ανήγγειλε την ανάδυση ενός
κινήματος που ονομάστηκε Μπολιβαριανή Επανάσταση και ταυτόχρονα το ξεκίνημα
ενός κύματος υστερίας, υποκινούμενης από την ντόπια ολιγαρχία και την κυβέρνηση
των Η.Π.Α. που εξέλαβε την εκλογή Τσάβες ως αληθινή απειλή για «τα συμφέροντα
των Η.Π.Α.» στην Νότια Αμερική .
Ο νεοεκλεγμένος Ούγκο Τσάβες ενσάρκωσε την οργή και
την απογοήτευση των σκληρά μοχθούντων μαζών της Βενεζουέλας. Είχαν υποστεί 500
χρόνια ταπεινώσεις και για 40 χρόνια ζούσαν σε μια κατ’ επίφαση δημοκρατία όπου
μια μειοψηφία γινόταν μια πλούσια ολιγαρχία, ενώ η πλειοψηφία του λαού ήταν
αντικείμενο εκμετάλλευσης, ξεχασμένη και αγνοημένη από το επίσημο καθεστώς .
Το «Καρακάτσο » του 1989
Σε μια από τις δημόσιες ομιλίες του ο Πρόεδρος Τσάβες
ξαναθύμισε πως την ίδια ώρα που οι Βερολινέζοι έριχναν το τείχος και η αστική
τάξη διακήρυττε την νίκη του καπιταλισμού, οι Βενεζουελάνοι, διαδήλωναν και
συγκρούονταν στους δρόμους ενάντια στα αντιλαϊκά μέτρα που προτάθηκαν από το
Δ.Ν.Τ. και εκτελέστηκαν από τον Κάρλος Αντρές Πέρεζ (ο οποίος ήταν επίσης
γνωστός ως «Κ.Α.Π»). Αυτά τα μέτρα ήταν ο καταλύτης που μετασχημάτισε την οργή
των μαζών σε δράση .
Τα μέτρα που προτάθηκαν από το Δ.Ν.Τ. σήμαναν μια
απότομη άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Υπήρξε συνολικά μια ξαφνική αύξηση των
τιμών με δραματικές επιπτώσεις. Για παράδειγμα τα εισιτήρια των αστικών
λεωφορείων αυξήθηκαν κατά 200%. Αυτό ήταν πάρα πολύ για να γίνει αποδεκτό για
το λαό μιας χώρας που είναι η πέμπτη εξαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο .
Το αποκορύφωμα όλων αυτών ήταν ότι οι Βενεζουελάνοι
είχαν γίνει μάρτυρες της κατάρρευσης του νομίσματός τους 6 χρόνια πριν, κατά τη
διάρκεια της περίδημης «Μαύρης Παρασκευής». Εκείνη τη μέρα (18 Φεβρουαρίου
1983) ξεκίνησε μια περίοδος οικονομικής στασιμότητας και πληθωρισμού η οποία
δημιούργησε το βάλτωμα της οικονομίας,
που κράτησε για χρόνια .
Στις 27 Φεβρουαρίου 1989, δεκάδες χιλιάδες φτωχών
Βενεζουελάνων από τις παραγκουπόλεις ενώθηκαν με κάποιες ομάδες της μεσαίας
τάξης και κατέβηκαν στους δρόμους της πρωτεύουσας για να διαδηλώσουν ενάντια
στα πρόσφατα μέτρα.
Δέντρα
ξεριζώθηκαν και κάηκαν. Χιλιάδες φτωχοί άνθρωποι από τα «μπάριος» – τις εργατικές γειτονιές που έχουν αναπτυχθεί στους λόφους
περιμετρικά της Πρωτεύουσας Καράκας – κατέβηκαν στο εύρωστο οικονομικά κέντρο
της πόλης και ξέσπασαν βγάζοντας στην επιφάνεια όλη την καταπιεσμένη οργή τους
και την απογοήτευση χρόνων, λεηλατώντας καταστήματα που περιείχαν προϊόντα που
δε θα είχαν ποτέ την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν .
Αυθόρμητα, ανοργάνωτα, δίχως όπλα, αυτό το λαϊκό
κίνημα έπεσε με ορμή στις επιχειρηματικές επαύλεις του Κίσνερο, του Μεντόζα,
του Καπρίλε και άλλων επιφανών επιχειρηματιών στην Βενεζουέλα. Όπως ο Ρίτσαρντ
Γκοτ θυμάται στο βιβλίο του «Στη σκιά του απελευθερωτή» :
«Ομάδες νεαρών
από τα προάστια, φτωχοί και εξαγριωμένοι μαζί εισέβαλαν στο εμπορικό κέντρο του
Καράκας και κινήθηκαν ενάντια στις προνομιούχες περιοχές των ευπόρων κατοίκων
στους πρόποδες του Όρους Αβίλια , κοντά στην καρδιά της πόλης Συγκρουόμενοι
στους δρόμους και λεηλατώντας συνέχιζαν ανεξέλεγκτοι όλη τη νύχτα και την
επόμενη μέρα. Ξέσπασε έτσι μια παρατεταμένη και ισχυρή εξέγερση – το Καρακάτσο
όπως το αποκάλεσαν - αλλά σύντομα τη
διαδέχθηκαν μέρες βάρβαρης στρατιωτικής καταστολής» .
Οι διαδηλωτές οδηγήθηκαν προς το «Μιραφλόρες» (το
Προεδρικό Μέγαρο) και εκεί εξελίχθηκε ένα λουτρό αίματος. Αστυνομικά σώματα για
την αντιμετώπιση διαδηλωτών, ελεύθεροι σκοπευτές της αστυνομίας και του
στρατού, συμμετείχαν σε μια από τις πιο βάρβαρες καταστολές που έχουν γίνει
ποτέ ενάντια σε άοπλο πλήθος.
Η κυβέρνηση επέβαλε καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» και
απαγόρευση νυχτερινής κυκλοφορίας, αλλά απέτυχε να εξομαλύνει την κατάσταση.
Την επόμενη μέρα επρόκειτο να συμβούν χειρότερα. Τα επίσημα στοιχεία για τους
θανάτους που έδωσε η κυβέρνηση ανέφεραν 500 νεκρούς, αλλά τα ανεπίσημα στοιχεία
που δόθηκαν από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανέφεραν τουλάχιστον 1000
ίσως και 2000 νεκρούς. Ακόμη και σήμερα κανείς δε γνωρίζει τον ακριβή αριθμό
των νεκρών και κανείς δεν έχει οδηγηθεί ενώπιον δικαστηρίου για να λογοδοτήσει
για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν ενάντια στο λαό της Βενεζουέλας .
Ο ρόλος του κράτους και του στρατού ήταν καθοριστικός
κατά τη διάρκεια των γεγονότων. Πάρα πολλά χρόνια πριν ο Φρειδερίκος Ένγκελς
εξήγησε ότι σε τελική ανάλυση το αστικό κράτος στην καπιταλιστική κοινωνία δεν
είναι τίποτε περισσότερο παρά ένοπλα σώματα για την υπεράσπιση της ατομικής
ιδιοκτησίας.
Ο Γκονζάλο Μπάρριος μέλος του AD , του κυβερνώντος
κόμματος δήλωσε :«Όταν ο στρατός κατεβαίνει στους δρόμους , κατεβαίνει για
να σκοτώσει ». (Εφημερίδα Ελ
Νασιονάλ , 21 Φεβρουαρίου 1999 , αναφέρεται από τον Ιγκνάσιο Μπετανκούρ ).
Το «Καρακάτσο» ήταν ένα εντελώς αυθόρμητο κίνημα. Δεν
υπήρχε οργάνωση, δεν είχε συνδικάτα ή κόμματα πίσω του. Η ανώριμη εξέγερση των
μαζών της Βενεζουέλας εξέπληξε όλους και πρώτα απ’ όλους την Αριστερά.
Το σοκ που προκλήθηκε απ’ την βάρβαρη καταστολή
επέδρασε σε όλη τη Βενεζουελάνικη κοινωνία, καθώς και σε ένα στρώμα νεαρών
αξιωματικών του στρατού οι οποίοι ένοιωθαν ιδιαίτερη φρίκη και αηδία για τη
Βενεζουελάνικη ολιγαρχία η οποία δε δίστασε να χρησιμοποιήσει το βάρος των
ενόπλων δυνάμεων για να συντρίψει «τον ίδιο της το λαό». Ο Τσάβες που τότε ήταν
λοχαγός, ανάρρωνε από μια ασθένεια. Αργότερα έλεγε : «Ο Θεός μου έστειλε την
ασθένεια , ώστε να μη συμμετάσχω στη σφαγή του λαού μου».
1992 : Στρατιωτικό πραξικόπημα
ενάντια στον «Κ.Α.Π»
Στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 υπήρξαν διάφορα
παραδείγματα αγώνων για την εθνική ανεξαρτησία που καθοδηγήθηκαν από
αξιωματικούς του στρατού σε διάφορα μέρη του κόσμου. Τα αδυνάτισμα του
ιμπεριαλισμού, η ισορροπία δυνάμεων σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο, η
αδυναμία του προλεταριάτου και των οργανώσεών του στις πρώην αποικιακές χώρες,
συνδυάστηκαν έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια κατάσταση εξαιτίας της οποίας η
κάστα των αξιωματικών έθεσε στον εαυτό της το πρόβλημα να βρει τα μέσα για να
δημιουργηθεί ένα επίπεδο σταθερότητας μέσα στη κοινωνία .
Σε μερικές περιπτώσεις στηρίχτηκαν στους αγρότες και
στην εργατική τάξη με στόχο να εφαρμόσουν προοδευτικές και ριζοσπαστικές
μεταρρυθμίσεις. Αυτή ήταν η περίπτωση της Αιγύπτου τη δεκαετία του ’50 όπου ο
στρατός καθοδήγησε τον αγώνα για την ανατροπή του ανίκανου και διεφθαρμένου
καθεστώτος του Φαρούκ. Σε άλλες περιπτώσεις όπως στην Αιθιοπία ή στο Αφγανιστάν
η κάστα των αξιωματικών πήγε ακόμη πιο πέρα. Μη βλέποντας κάποια προοπτική
ανάπτυξης ή σταθερότητας στη βάση του καπιταλισμού προχώρησαν στην κατάργηση
της ατομικής ιδιοκτησίας και της φεουδαρχίας και δημιούργησαν παραμορφωμένα
εργατικά κράτη βασισμένα στο μοντέλο της ΕΣΣΔ. Συνδύασαν κρατική ιδιοκτησία
στην οικονομία με γραφειοκρατική διοίκηση. Παρόλο που αυτό δεν ήταν
σοσιαλισμός, ωστόσο αντιπροσώπευε μια τεράστια πρόοδο για τις μάζες σε αυτές
τις χώρες .
Σε αντίθεση με την ακραία δεξιά και αιμοδιψή παράδοση
του στρατού σε όλη τη Λατινική Αμερική, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα
προοδευτικών στρατιωτικών. Τα καθεστώτα του Βελάσκο στο Περού και του Τορίχος
στον Παναμά είναι αντιπροσωπευτικά παραδείγματα .
Ο Ούγκο Τσάβες όπως και άλλοι νεαροί αξιωματικοί
συμμετείχε στο παράνομο Μπολιβαριανό Επαναστατικό Κίνημα (MBR-200) μελέτησε την
ιστορία της Λατινικής Αμερικής πολύ προσεκτικά, όπου αναμφίβολα εμπνεύστηκε από
τις προοδευτικές φυσιογνωμίες που εμφανίστηκαν στην στρατιωτική ιστορία της.
Μερικοί συγγραφείς ισχυρίζονται ότι οι προετοιμασίες
για το στρατιωτικό πραξικόπημα που έκανε τον Τσάβες πασίγνωστο σε όλη τη
Λατινική Αμερική – και τον ανέδειξε σε μια μυθικών διαστάσεων θέση ανάμεσα
στους καταφρονεμένους της Βενεζουέλας –
ξεκίνησαν αμέσως μετά την βάρβαρη καταστολή της εξέγερσης του Φεβρουαρίου του
1989 που περιγράφηκε αργότερα ως «Καρακάτσο» .
Είναι αλήθεια ότι οι προοδευτικών
προσανατολισμών αξιωματικοί που είχαν
οργανωθεί γύρω από το Μπολιβαριανό Επαναστατικό Κίνημα (ανάμεσα τους και ο
Τσάβες) επεδίωκαν μια κατάσταση σαν αυτή που προέκυψε τον Φεβρουάριο του 1992,
ωστόσο όταν το κίνημα ξέσπασε, οι νεαροί αξιωματικοί δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να
το πλαισιώσουν και το άφησαν να εξελιχθεί μόνο του .
Μερικοί από αυτούς μάλιστα διατάχθηκαν να
συμμετάσχουν στην καταστολή . Η οργή που προκλήθηκε από την υπέρμετρα λυσσώδη
σφαγή χιλιάδων φτωχών Βενεζουελάνων έπαιξε ένα ρόλο κλειδί στην ενθάρρυνση του
κινήματος των νεαρών αξιωματικών για να οργανώσουν ένα πραξικόπημα ενάντια στον
«Κ.Α.Π».
Δώδεκα χρόνια μετά το πραξικόπημα ο Τσάβες είπε στους
υποστηρικτές του στο Καράκας ότι η εξέγερση του Φεβρουαρίου του 1992 ήταν μια
εξέγερση «ενάντια στη δικτατορία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ενάντια
στη δικτατορία του Συμφώνου του Πούντο Φίτζο και ενάντια στη δικτατορία της
Βενεζουελάνικης ολιγαρχίας» (5 Φεβρουαρίου 2004
www. venezuelanalysis. com ) .
Το Σύμφωνο του Πούντο Φίτζο ήταν μια συμφωνία που
υπογράφτηκε το 1958 από τα πιο σημαντικά πολιτικά κόμματα, το σοσιαλδημοκρατικό
AD και το χριστιανοδημοκρατικό COPEI, με στόχο το μοίρασμα της εξουσίας και τη
«διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας». Το Σύμφωνο αυτό όπως είναι ευρέως
παραδεχτό είναι υπεύθυνο για την πλατειά διαδεδομένη διαφθορά και
κακοδιοίκηση τα τελευταία 40 χρόνια που
αυτά τα δύο κόμματα εναλλάσσονταν στην εξουσία .
Στις 4
Φεβρουαρίου 1992, τέσσερις μονάδες στρατού κάτω από τις διαταγές του Ούγκο
Τσάβες κινήθηκαν από το Μαρακάι στο Καράκας. Ο στόχος αυτών των στρατευμάτων
ήταν να φτάσουν στο Προεδρικό Μέγαρο και να συλλάβουν τον Πρόεδρο Κάρλος Αντρές
Πέρεζ και ταυτόχρονα να συλλάβουν ολόκληρη την ανώτατη στρατιωτική διοίκηση του
Βενεζουελάνικου στρατού .
Ωστόσο, το πραξικόπημα προδόθηκε 24 ώρες πριν
εκδηλωθεί. Κάποιος που ήταν μέλος του πραξικοπήματος αποκάλυψε τις
προετοιμασίες. Αυτό επέτρεψε στον Υπουργό Άμυνας να οργανώσει αστυνομικά σώματα
στο Καράκας τα οποία θα μπορούσαν εύκολα να κινητοποιηθούν για να συντρίψουν τη
στρατιωτική εξέγερση.
Ωστόσο αυτή η ομάδα των αξιωματικών θεωρούνταν ήδη
ύποπτη ότι συνωμοτούσε ενάντια στην κυβέρνηση του «Κ.Α.Π». Επιπλέον, το
Δεκέμβριο του 1989, ο Τσάβες και άλλοι είχαν υποβληθεί σε στρατιωτική έρευνα η
οποία τους κατηγόρησε για προδοσία και για τη διοργάνωση συνομωσίας ενάντια
στην υπάρχουσα κυβέρνηση. Βρέθηκαν αθώοι λόγω έλλειψης εναντίον τους στοιχείων
.
Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών των παραγόντων και κάποιων
λάθος υπολογισμών ο Τσάβες απέτυχε να καταλάβει το Καράκας και εύκολα
απομονώθηκε από τις υπόλοιπες επαναστατικές δυνάμεις. Σε αντίθεση με την
επιτυχία της στρατιωτικής εξέγερσης σε περιοχές όπως η Αράγκουα, το Μαρακαΐμπο
και η Βαλέντσια δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα να στεφθεί με επιτυχία σε εθνική
κλίμακα .
Με σκοπό να αποφευχθεί ένα ακόμη αιματοκύλισμα ο
Ούγκο Τσάβες ζήτησε να μιλήσει στην τηλεόραση . Απευθύνθηκε στα πιστά σε αυτόν
στρατεύματα, ζητώντας τους να καταθέσουν τα όπλα και αναλαμβάνοντας την ευθύνη
ενώπιον του λαού της Βενεζουέλας για τη στρατιωτική εξέγερση κάτω από τις
διαταγές του. Αυτό ήταν κάτι πρωτάκουστο για μια χώρα όπου οι πολιτικοί
λεηλατούσαν τα δημόσια ταμεία και κανένας δεν αναλάμβανε ευθύνη για τίποτα.
«Σύντροφοι : Δυστυχώς για την ώρα , οι στόχοι που
είχαμε θέσει στους εαυτούς μας δεν έχουν επιτευχθεί στην πρωτεύουσα .Εμείς εδώ
στο Καράκας δεν μπορέσαμε να πάρουμε την εξουσία. Εκεί που είστε έχετε δράσει
πολύ καλά, αλλά τώρα είναι η ώρα να ξανασκεφτούμε : Νέες ευκαιρίες θα
εμφανιστούν ξανά και η χώρα θα είναι σε θέση να κινηθεί τελεσίδικα σε ένα
καλύτερο μέλλον».
Μετά από αυτό το αποτυχημένο εγχείρημα o Ούγκο Τσάβες
πέρασε 2 χρόνια στη φυλακή. Αποφυλακίστηκε από τον Ραφαέλ Καλντέρα τον διάδοχο
του «Κ.Α.Π.» στην προεδρεία της Βενεζουέλας .
Η αποτυχία έθεσε έντονα την αναγκαιότητα της
ενοποίησης της στρατιωτικής εξέγερσης με την εργατική τάξη και τις φτωχές
μάζες. Οι στρατιώτες πρέπει να παίζουν έναν σπουδαίο ρόλο σε κάθε επανάσταση
και ο αγώνας για το κέρδισμα τους στην πλευρά της επανάστασης θα είναι πάντοτε
θεμελιώδες καθήκον. Σε αυτή τη περίπτωση ωστόσο οι προσπάθειες των αξιωματικών
να συνδεθούν με τμήματα αριστερών πολιτών είχαν αποτύχει .
Ωστόσο η αποτυχημένη απόπειρα του Τσάβες να εκδιώξει
τον «Κ.Α.Π» είχε μια τεράστια επίδραση στη συνείδηση των μαζών . Για παράδειγμα
στις 10 Μαρτίου , ένα μήνα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος και κάτω από
στρατιωτικό νόμο, ο λαός αυθόρμητα οργάνωσε μια μαζική πλατιά διαδήλωση («Κακερολάτσο»)
για να απαιτήσουν την παραίτηση του Προέδρου Πέρεζ και να και να υποστηρίξουν
τους αξιωματικούς. Στο τέλος Νοεμβρίου του ίδιου έτους οι Βενεζουελάνοι έγιναν
μάρτυρες ακόμη ενός πραξικοπήματος.
Αυτή η νέα στρατιωτική εξέγερση καθοδηγήθηκε από τον
Ναύαρχο Χέρναν Γκρούμπερ και τον Φρασίνσκο Βισκόντι αξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας – και οι δυο τους φάνηκε
ότι επιθυμούσαν να τελειώσουν ότι ξεκίνησε ο Τσαβες.
Αυτή τη
φορά η εξέγερση υπέστη βαριά συντριβή,
γύρω στους 170 άνθρωποι σκοτώθηκαν και το Προεδρικό Μέγαρο Μιραφλόρες
βομβαρδίστηκε από αέρος. Και πάλι οι αξιωματικοί δεν στηρίχθηκαν στην εργατική
τάξη στις πόλεις και στους αγρότες στην ύπαιθρο , αυτά τα ζωτικής σημασίας
κοινωνικά στρώματα έπαιξαν έναν ασήμαντο ρόλο σε αυτή την εξέγερση .
Μετά την αποφυλάκισή του ο Τσάβες κατάλαβε ότι για να
αλλάξουν τα πράγματα στην Βενεζουέλα χρειαζόταν ένα μαζικό κίνημα. Έτσι
ξεκίνησε αυτό που θα γινόταν γνωστό ως Μπολιβαριανή Επανάσταση.
Μπολιβαριανή Επανάσταση : Εθνικοί ήρωες και ιδεολογία
Κάνοντας κάποιος μια απλή περιπλάνηση στα προάστια
οποιασδήποτε μεγάλης πόλης στη Βενεζουέλα μπορεί να δει πολλά πορτρέτα των
Σιμών Μπολιβάρ , Εζεκήελ Ζαμόρα και Σιμών Ροντρίγκεζ .
Αυτοί οι τρεις παράλληλα με τον Τσε Γκεβάρα,
αποτελούν πανίσχυρη πηγή έμπνευσης για τους Βενεζουελάνους που συμμετείχαν στην
Επανάσταση, οι σκέψεις και ο βίος των Μπολιβάρ, Ζαμόρα και Ροντρίγκεζ αντιπροσωπεύουν τον αγώνα για
εθνική απελευθέρωση, αξιοπρέπεια, ελευθερία και ενότητα των λαών της Λατινικής
Αμερικής.
Ο ρόλος τους στην πολιτική σκηνή της Βενεζουέλας στον
21ο αιώνα πηγαίνει πολύ πιο
πέρα από μύθους και θρύλους. Αποτελούν το «δέντρο με τις τρεις ρίζες». Αντιπροσωπεύουν το
θρυμματισμένο όνειρο της ύπαρξης μιας ενωμένης Λατινικής Αμερικής
απελευθερωμένης από την ιμπεριαλιστική καταπίεση .
Χάρις στα όχι αμελητέα μέτρα για τα εκπαιδευτικά
προγράμματα της Μπολιβαριανής Επανάστασης που υποστηρίζονται από την κυβέρνηση
του Τσάβες, οι Βενεζουελάνοι ξαναφρεσκάρουν την ιστορική τους μνήμη και τις
μαχητικές τους παραδόσεις .
Σιμόν Μπολιβάρ : 1783 – 1830
Γεννημένος στις 24 Ιουλίου 1783 από εύπορους κρεολούς
γονείς στο Καράκας, ο Μπολιβάρ είχε προνομιακή παιδική ηλικία παρά το θάνατο
των γονιών του όταν ήταν ακόμη παιδί. Σπούδασε στο Καράκας καθώς και στη
Ισπανία .Στα 19 του χρόνια , παντρεύτηκε μια γυναίκα από την ισπανική αριστοκρατία , λίγο πριν επιστρέψει
στη Βενεζουέλα .
Μέσα σε ένα χρόνο από την άφιξη του Μπολιβάρ και της
γυναίκας του στο έδαφος της Βενεζουέλας εκείνη πέθανε εξαιτίας κίτρινου
πυρετού. Μετά το θάνατο της γυναίκας του επέστρεψε στην Ευρώπη όπου
εξοικειώθηκε με τη φιλοσοφία των Ρουσσώ, Λοκ και Βολταίρου. Κατά την επιστροφή του στη
Βενεζουέλα ο Μπολιβάρ διήλθε από το περιοχή των Η.Π.Α. οι οποίες πρόσφατα είχαν
αγωνισθεί και επιτύχει την ανεξαρτησία τους .
Όταν έφτασε στη Βενεζουέλα στο μπροστινό μέρος του
μυαλού του ήταν ακόμη πιο έντονη η ιδέα ότι ήταν καιρός για την
ανεξαρτησία της χώρας του από την
Ισπανία. Το 1810 πλαισίωσε τον Φρανσίσκο Μιράντα σε μια εξέγερση ενάντια στους
Ισπανούς και κατέλαβαν το Καράκας . Ο Μπολιβάρ συμμετείχε στα γεγονότα που
οδήγησαν στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Βενεζουέλας στις 5 Ιουλίου 1811. Η
Ισπανία αντεπιτέθηκε, ο Μιράντα και το κίνημά του ηττήθηκαν και ο Μπολιβάρ αναγκάστηκε να διαφύγει .
Για τα επόμενα 10 χρόνια ο Μπολιβάρ οργάνωνε
στρατεύματα για να τερματίσει την κυριαρχία της Ισπανίας στη Λατινική Αμερική,
αλλά υπέστη αρκετές ήττες Ανάμεσα στις ήττες, βρέθηκε πρόσφυγας στην Τζαμάικα
και στην Αϊτή, όπου επίσης βρήκε υποστήριξη για την υπόθεσή του. Η ήττα ποτέ
δεν τον απέτρεψε από το να προσπαθεί ξανά και ξανά. Η εμμονή του στο
επαναστατικό καθήκον της απελευθέρωσης της Λατινικής Αμερικής τον ανέβασε σε
μια μυθική θέση .
Η αποτυχία της πρώτης του προσπάθειας σε μεγάλο βαθμό
οφειλόταν στο γεγονός ότι η ντόπια Κρεολή αριστοκρατία απέτυχε να κερδίσει
λαϊκή υποστήριξη για την ανεξαρτησία. Οι Ισπανοί αποικιοκράτες χρησιμοποιούσαν
επιδέξια την φυσιογνωμία του Ζοζέ Μποβέ για να συγκεντρώσουν τους φτωχούς
χωρικούς και τους σκλάβους ενάντια στους Κρεολούς γαιοκτήμονες στη βάση της
υπόσχεσης για ελευθερία και μοίρασμα της γης.
Στην εξορία στην Αϊτή, η οποία είχε βιώσει μια
πραγματική επανάσταση με τη απελευθέρωση των σκλάβων, ο Μπολιβάρ κατάλαβε ότι
έπρεπε να κερδίσει μαζική λαϊκή υποστήριξη για την ανεξαρτησία με το να δώσει
στο κίνημα έναν κοινωνικό χαρακτήρα.Το πρώτο του διάταγμα μόλις πάτησε το πόδι του πίσω στη Βενεζουέλα
ήταν αυτό της απελευθέρωσης των σκλάβων. Ο Μπολιβάρ σύντριψε τον Ισπανικό
στρατό στο Καραμπόμπο της Βενεζουέλας στις 24 Ιούνιου 1821. Στη συνέχεια
προέλασε στον Ισημερινό και πρόσθεσε την περιοχή αυτή στη νέα Μεγάλη Κολομβιανή
δημοκρατία.
Το 1822 ο Μπολιβάρ έγινε κύριος του Περού. Ο στρατός
του πέτυχε νίκη ενάντια στους Ισπανούς στο Αγιακούτσο (Ισημερινός) το 1824, η
οποία εκδίωξε την Ισπανική εξουσία από την Λατινική Αμερική. Το Άνω Περού έγινε
ένα ξεχωριστό κράτος και ονομάστηκε Βολιβία από το όνομα του Ελευθερωτή της το
1825.
Κατάφερε να απελευθερώσει περιοχές που σήμερα
συνιστούν έξι διαφορετικά κράτη : Κολομβία , Παναμάς , Βενεζουέλα , Ισημερινός
, Βολιβία και Περού. Αλλά το 1827, λόγω των προσωπικών ανταγωνισμών ανάμεσα
στους στρατηγούς της επανάστασης και κάτω από τα στενά συμφέροντα της
παρασιτικής ολιγαρχίας των Κρεολών, εμφύλιοι πόλεμοι ξέσπασαν οι οποίοι
κατέστρεψαν την ενότητα της Νότιας Αμερικής
για την οποία ο Μπολιβάρ είχε αγωνιστεί .
Περιτριγυρισμένος από συγκρούσεις και διχόνοιες και
υποφέροντας από ελονοσία, ο «Ελ Λιμπερταδόρ» (Ο Απελευθερωτής) Σιμών Μπολιβάρ
πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 1830 . Οι επιτυχίες του Μπολιβάρ ήταν αξιοσημείωτες.
Απελευθέρωσε το μεγαλύτερο μέρος μιας
ηπείρου με ένα σχετικά μικρό στρατό. Ο Απελευθερωτής βάσισε τους επαναστατικούς
πολέμους του στους έγχρωμους Βενεζουελάνους σκλάβους και στους φτωχούς
χωρικούς. Ωστόσο η δέσμευσή του να ελευθερώσει τους σκλάβους δεν κέρδισε τα
άδεια πουγκιά των ανέργων και της αντιδραστικής κάστας των ιδιοκτητών σκλάβων .
Ο Μπολιβάρ εμπνεύστηκε από το μοντέλο της Γαλλικής
Επανάστασης. Ήθελε να συναγωνιστεί την επιτυχίες των Γάλλων επαναστατών και να
αφανίσει το φεουδαλικό σύστημα. Για να φέρει σε πέρας αυτό το ιστορικό καθήκον
έπρεπε να εκδιώξει τους Ισπανούς οι οποίοι εκπροσωπούσαν την αποικιακή και
δουλοκτητική εξουσία στην Λατινική
Αμερική.
Η σταυροφορία του Μπολιβάρ προδόθηκε από την Κρεολή
αστική τάξη που δεν είχε τη διάθεση να χάσει τα προνόμιά της παραχωρώντας τα
στους ακτήμονες χωρικούς και στους πρώην σκλάβους. Αυτό ήταν πάρα πολύ
επικίνδυνο για την αστική τάξη. Είχαν την ανάγκη να προσδεθούν σε μια
ιμπεριαλιστική δύναμη. Αυτό ήταν σε πλήρη σύγκρουση με τις ιδέες του Μπολιβάρ.
Ήθελε να χτίσει ένα μεγάλο έθνος που θα μπορούσε συναγωνίζεται με την Ευρώπη.
Το όνειρο του Μπολιβάρ δεν εκπληρώθηκε ποτέ και
σήμερα η Βενεζουελάνοι επαναστάτες
βλέπουν τον αγώνα τους, ένα μέρος
τουλάχιστον , σαν συνέχεια του αγώνα για την Εθνική Απελευθέρωση που εισηγήθηκε
ο Σιμών Μολιβάρ. Η αντίληψη είναι εντελώς σωστή. Το μόνο που απαιτείται να
προσθέσουμε είναι ότι αυτός ο αγώνας δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί μέσα στα
πλαίσια του σύγχρονου καπιταλισμού. Η καπιταλιστική τάξη αυταπόδεικτα είναι ανίκανη
να οδηγήσει τον αγώνα για αυθεντική εθνική κυριαρχία .
Η ολιγαρχία της Νότιας Αμερικής δεν ήταν ποτέ τόσο
ενθουσιώδης στο να συνενώσει την βαλκανοποιημένη ήπειρο η οποία τώρα συναποτελείται από 20
δημοκρατίες, όλες τους απόλυτα εξαρτημένες από τον ιμπεριαλισμό .
Από την άλλη πλευρά, η Λατινική Αμερική έχει
αστικοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό (στη
Βενεζουέλα περισσότερο από 80% του πληθυσμού ζει σε αστικές περιοχές ) και αυτό
έχει ως συνέπεια την μεγάλη συγκέντρωση
του προλεταριάτου .
Η εργατική τάξη της Λατινικής Αμερικής έχει ταχύτατα
αφομοιώσει τους χωρικούς οι οποίοι εκδιώχθηκαν από την γη τους από τους
μεγάλους γαιοκτήμονες .Οι αυτόχθονες ιθαγενείς
έχουν επίσης υποστεί μια παρόμοια διαδικασία και έχουν βίαια ωθηθεί να μεταναστεύσουν στις πολυπληθείς πόλεις της
Λατινικής Αμερικής.
Στις πόλεις οι κύριοι πυρήνες της επανάστασης μπορούν
να αναζητηθούν στις παραγκουπόλεις. Ο αγώνας για την Λατινοαμερικάνικη ενότητα
στις σύγχρονες συνθήκες μπορεί να ολοκληρωθεί επιτυχώς μόνο από της εργατική
τάξη και τις φτωχές μάζες .
Σιμόν Ροντρίγκεζ : Καράκας 1771 –
Αμοτάπε, Περού 1854)
Βενεζουελάνος συγγραφέας και δάσκαλος γνωστός ως «ο
Σωκράτης από το Καράκας ». Ο Σιμόν Ροντρίγκεζ συμβούλευε τον Σιμόν Μπολιβάρ
όταν ήταν παιδί και οι ιδέες του επηρέασαν τον «Ελ Λιμπερταδόρ». Εξαιτίας των
ανατρεπτικών του δραστηριοτήτων έπρεπε να φύγει από τη Βενεζουέλα το 1794 και
να αλλάξει το όνομα του σε Σάμιουελ Ρόμπινσον .
Ως Σάμιουελ Ρόμπινσον ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη και
συμμετείχε στις πρώιμες σοσιαλιστικές οργανώσεις που βρήκε εκεί. Τελικά
επέστρεψε στην Βενεζουέλα να πλαισιώσει τον Μπολιβάρ στους επαναστατικούς του
πολέμους ενάντια στους Ισπανούς. Μετά την επιτυχία του Σιμόν Μπολιβάρ , ο Σιμόν
Ροντρίγκεζ ήταν ο διευθυντής του Υπουργείου Δημόσιας Εκπαίδευσης και Πρόνοιας. Ο
Ροντρίγκεζ οργάνωσε σχολεία για να εκπαιδεύσει ανθρώπους ανεξάρτητα από την
κοινωνική ή φυλετική τους καταγωγή. Ήταν ένας άνθρωπος με εξαιρετικά σύγχρονες
ιδέες .
Πίστευε με πάθος στην πνευματική ολοκλήρωση των έγχρωμων σκλάβων που μεταφέρθηκαν από την
Αφρική και αυτοχθόνων ιθαγενών που ήταν από τα πιο εκμεταλλευόμενα τμήματα του
πληθυσμού. Συνηγορούσε για ελεύθερη εκπαίδευση για όλους ανεξάρτητα από την
φυλετική και κοινωνική τους καταγωγή. Ο Ροντρίγκεζ ενθάρρυνε τους ανθρώπους να
απελευθερωθούν μέσα από την εκπαίδευση. Αυτός ο ριζοσπάστης δάσκαλος
απογοητεύτηκε πικρά όταν οι γαιοκτήμονες βασισμένοι στο πλεονέκτημα της οικονομικής τους δύναμης
εκμεταλλεύονταν τους καταπιεσμένους με τον ίδιο τρόπο που έκαναν και οι Ισπανοί
πριν από αυτούς .
Μετά το θάνατο του Μπολιβάρ ο Σιμόν Ροντρίγκεζ
ταξίδεψε σε όλη τη Λατινική Αμερική μέχρι που έφτασε στο Περού , όπου και
πέθανε. Η φιλοσοφία του Σιμόν Ροντρίγκεζ έχει επηρεάσει βαθιά τα εκπαιδευτικά
προγράμματα της Βενεζουελάνικης μπολιβαριανής κυβέρνησης. Μια από τις «Μισιόνες»
(κοινωνικά προγράμματα τα οποία προωθούν τη φροντίδα της υγείας, της
εκπαίδευσης ή άλλων ευεργετημάτων Κοινωνικής Ασφάλισης για τους φτωχότερους και
υλοποιούνται από εθελοντές στις κοινότητες) πήρε το όνομα της από αυτόν ή
μάλλον από το ψευδώνυμό του, «Μίσιον Ρόμπινσον» .
Οι Βενεζουελάνοι επαναστάτες βλέπουν στην εκπαίδευση
το πρώτο βήμα για την ενδυνάμωση του λαού. Αυτό που είναι αναμφίβολο είναι ότι
μέσα από την ανύψωση των φτωχών Βενεζουελάνων από το επίπεδο της αμάθειας, η
επανάσταση έχει δώσει στις φτωχές μάζες που προηγούμενα είχαν αποκλειστεί από
την πολιτική και την κοινωνία μια νεοανακαλυφθείσα αίσθηση αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού. Ο
Σιμόν Ροντρίγκεζ ακριβώς όπως οι Μισιόνες στις μέρες μας, συγκρούστηκε με το
κατεστημένο επειδή η ολιγαρχία δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για την επέκταση της
εκπαίδευσης σε όλους τους Βενεζουελάνους.
Εζεκήελ Ζαμόρα : Μιράντα Βενεζουέλα
1817 – Κογιέντες Βενεζουέλα 1860
Ο Εζεκήελ Ζαμόρα ήταν ένας εξαιρετικός ηγέτης του
Ομοσπονδιακού Πολέμου (1859 – 1863).
Ήταν γνωστός ως ο ηγέτης των Κυρίαρχων Ανθρώπων. Η παιδική του ηλικία
σημαδεύτηκε από τον αγώνα της ανεξαρτησίας που διεξαγόταν εκείνη την περίοδο. Ο
Εζεκήελ Ζαμόρα έλαβε πολύ στοιχειώδη εκπαίδευση. Ωστόσο χάρις στην επιρροή του
Χουάν Κάσπερς – του κουνιάδου του – απέκτησε γνώση για το επαναστατικό
κίνημα στην Ευρώπη η οποία κέρδισε τη
σκέψη του.
Μερικοί φίλοι του, τού μίλησαν σχετικά με τη φιλοσοφία , την αρχή της ισότητας και την
αναγκαιότητα για την εφαρμογή της στη Βενεζουέλα. Το 1846 ήταν υποψήφιος του
Φιλελεύθερου Κόμματος, αλλά η υποψηφιότητά του μπλοκαρίστηκε από τις μανούβρες
των συντηρητικών που αποτέλεσαν ένα σημείο καμπής στη πικρή σχέση ανάμεσα στους
Συντηρητικούς και τους Φιλελεύθερους .
Στις 7 Σεπτεμβρίου 1846 μια ένοπλη εξέγερση ξεκίνησε στην
Γκουάμπρα κάτω από το πρόγραμμα της ελεύθερων ανθρώπων και της γης και σεβασμού
για τον αγρότη. Μετά τις στρατιωτικές νίκες στο Λος Βάργκας και στο Λος Λεόνες
, ο Ζαμόρα ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε το Μάρτιο του 1847. Καταδικάστηκε σε
θάνατο αλλά του δόθηκε αμνηστία από τον Χοσέ Ταντέο Μονάγκας (τον τότε Πρόεδρο
της Δημοκρατίας της Βενεζουέλας).
Το 1854 , όταν δόθηκε τελικά ελευθερία στους
σκλάβους, ο Ζαμόρα ξεκίνησε εκστρατεία ενάντια στην απόδοση αποζημιώσεων στους
ιδιοκτήτες σκλάβων. Στις 23 Φεβρουαρίου 1859 , έφτασε στο Κόρο , ίδρυσε μια
Ομόσπονδη Πολιτεία και οργάνωσε μια
περιφερειακή κυβέρνηση για τη Βενεζουέλα. Στις 28 Μαρτίου προσάρτησε το Σαν
Φελίπε και εγκαθίδρυσε την Πολιτεία του Γιαρακούι. Στις 10 Δεκεμβρίου, έλαβε
χώρα η μάχη της Σάντα Ινές με νίκη για τα Ομοσπονδιακά στρατεύματα.
Ο Ούγκο Τσάβες έδωσε το όνομα αυτής της μάχης στη
σκληρή εκλογική καμπάνια για το δημοψήφισμα ανάκλησής του στις 15 Αυγούστου.
Μετά τη μάχη της Σάντα Ινές, ο Ζαμόρα κατευθύνθηκε στην κεντρική περιοχή της
χώρας διαμέσου του Μπαρίνας και της Πορτουγκέσα. Ήταν αποφασισμένος να
κατακτήσει το Σαν Κάρλος όσπου τελικά σκοτώθηκε ύπουλα. Ο θάνατός του στα χέρια
της συμβιβαστικής πτέρυγας του Ομοσπονδιακού κινήματος, τους επέτρεψε να
φτάσουν σε έναν ειρηνικό διακανονισμό με τους ολιγάρχες οι οποίοι πρόδωσαν τις
προσδοκίες του κινήματος του Ζαμόρα.
Τα συνθήματά του ήταν «Γη και ελεύθεροι άνθρωποι»
και «Τρόμος στην ολιγαρχία».Ο Εζεκήελ Ζαμόρα είχε ένα πολύ σύγχρονο
πρόγραμμα διανομής της γης το οποίο ήταν σε μεγάλο βαθμό ευεργετικό για τις
φτωχές μάζες. Στο θέμα της ιδιοκτησίας διακήρυττε «Η ιδιοκτησία των φτωχών
είναι ιερή , αυτό που πρέπει να αφανιστεί είναι η ιδιοκτησία των πλούσιων , από
τη στιγμή που την χρησιμοποιούν για να κάνουν πόλεμο στο λαό , θα τους αφήσουμε
μόνο με τα πουκάμισά τους».
Ο Ζαμόρα ήταν σύμφωνος με τις ιδέες του Ουτοπικού
σοσιαλισμού που ήταν δημοφιλείς στην Ευρώπη εκείνη την περίοδο. Αυτό γίνεται
ξεκάθαρο σε ένα από τα τσιτάτα του: «Δεν θα υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί ,
σκλάβοι και ιδιοκτήτες, ούτε δυνατοί ούτε αδύναμοι, παρά μόνο αδέλφια που θα συμπεριφέρονται το
ένα στο άλλο ως ίσοι» (Φρεντερίκο Μπρίτο Φριγκουερόα , Τιέμπο ντε Εζεκήελ
Ζαμόρα , Εντισιόνες ντε λα Μπιμπλιοτέκα , Καράκας 1996).
Στις αρχές του 2005 η κυβέρνηση
πέρασε έναν αριθμό διαταγμάτων για να επιταχύνει της διαδικασία της διανομής
της γης. Ονομάστηκαν «τα Διατάγματα του Ζαμόρα». Η άλλη κληρονομιά του Ζαμόρα
στην Μπολιβαριανή Επανάσταση είναι το ένθερμο ενδιαφέρον για τη συνένωση των
ενόπλων δυνάμεων με τις μάζες των πολιτών. Το κύριο ρεύμα των Μ.Μ.Ε. (τα
περισσότερα είναι με την πλευρά της αντεπαναστατικής αντιπολίτευσης) πάντα
ασκεί κριτική «στην αυξανόμενη επιρροή »
των ένοπλων δυνάμεων στην κοινωνία. Ωστόσο η παρουσία στρατιωτών του τακτικού
στρατού στις κοινότητες και ενός τμήματος των αξιωματικών στο κίνημα ενάντια
στο πραξικόπημα του Απριλίου του 2002 έχει πολιτικοποιήσει τις τάξεις του
στρατού. Αυτό το φαινόμενο τροφοδοτεί επίσης μια αντίθεση : τα στρατεύματα
γίνονται τμήμα του επαναστατικού κινήματος την ίδια στιγμή που οι δομές του
στρατού παραμένουν εκείνες ενός καπιταλιστικού στρατού .
Διαβάστε επίσης:
Η ΑΒ της Μπολιβαριανής Επανάστασης - Μέρος B΄
Η ΑΒ της Μπολιβαριανής Επανάστασης - Μέρος Γ΄
|