|
Σελίδα 1 από 8
ΕΙΣΑΓΩΓΗ : Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
Η αιτία των σκληρών ταξικών
συγκρούσεων που χαρακτηρίζουν την ιστορία του εργατικού κινήματος στη χώρα μας
από τη γέννηση του, είναι η καθυστέρηση του ελληνικού καπιταλισμού. Ήταν αυτή η
καθυστέρηση που δεν επέτρεπε τους αστούς να καθησυχάζουν το κίνημα με παροχές,
αλλά αντίθετα τους ανάγκαζε να είναι αμείλικτοι καταπιεστές για να διατηρήσουν
τα μεροκάματα και τις τιμές που πλήρωναν στους αγρότες για τα προϊόντα τους σε
χαμηλά επίπεδα.
Η αστική τάξη στη χώρα μας
γεννήθηκε γερασμένη. Ο ελληνικός καπιταλισμός εδραιώθηκε οικονομικά και
πολιτικά μετά το στρατιωτικό κίνημα του 1909 στο Γουδί, σε μια περίοδο κατά την
οποία οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είχανε ήδη μοιράσει ολόκληρο τον
κόσμο σε σφαίρες επιρροής, ο καπιταλισμός παγκόσμια έμπαινε στην εποχή της
επιθανάτιας αγωνίας του και το εργατικό κίνημα στην Ευρώπη είχε ανδρωθεί και
ετοιμαζόταν να διεκδικήσει την εξουσία.
Έτσι, λοιπόν, ο ελληνικός
καπιταλισμός δεν γνώρισε ποτέ την φυσιολογική νεανική πορεία ανάπτυξης που
γνώρισε ο καπιταλισμός στην αναπτυγμένη Ευρώπη, δηλαδή το σταδιακό πέρασμα από
την συντεχνία στην μανιφακτούρα, στη μικρή και τη μεγάλη βιομηχανία, που του
έδωσαν την μεγάλη κοινωνική δύναμη και τον οδήγησαν στην επαναστατική ανατροπή
του παλιού φεουδαρχικού καθεστώτος.
Τα πρώτα ελληνικά κεφάλαια
συσσωρεύτηκαν την προηγούμενη περίοδο έξω από την χώρα, κύρια από Έλληνες
εμπόρους, εφοπλιστές και τραπεζίτες, που σαν συνεργάτες των μεγάλων
καπιταλιστικών οίκων της εποχής (Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας) κυριάρχησαν στην
Αίγυπτο, την Μ. Ασία, τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι και τη Ρουμανία. Από την
δημιουργία τους λοιπόν οι έλληνες καπιταλιστές ήταν μεσίτες, έμποροι και
μεταπράτες εξαρτημένοι από το μεγάλο ξένο κεφάλαιο. Δεν θέλησαν ποτέ να
δημιουργήσουν μια σοβαρή βιομηχανική υποδομή και ό,τι έκαναν είχε έναν
αρπαχτικό χαρακτήρα.
«Έτσι, παρά τις προσπάθειες του Χ.Τρικούπη (1882-1890) ν’
αστικοποιήσει την χώρα και με την βοήθεια μεγάλων δανείων από το εξωτερικό να
δημιουργήσει μια υποδομή για την ανάπτυξη της ντόπια βιομηχανίας, το ελληνικό
και ξένο κεφάλαιο που ήρθε προτίμησε τις τραπεζιτικές, τις μεταλλευτικές και
τις ναυτικές επιχειρήσεις από τις οποίες έβγαιναν μεγάλα κέρδη.» (Η ιστορίας της Ελληνικής
κεφαλαιοκρατίας – Γ. Κορδάτος). Η πολιτική του Τρικούπη αποτυχαίνει και το 1893
το ελληνικό κράτος κηρύσσει χρεοκοπία και στάση πληρωμών του τεράστιων χρεών
του.
Γι’ αυτούς τους λόγους η ελληνική
αστική τάξη ήταν ανίκανη να παίξει έναν επαναστατικό ρόλο ενάντια στο παλιό
φεουδαρχικό καθεστώς, να δώσει ριζικές λύσεις στα αστικοδημοκρατικά προβλήματα
και ιδιαίτερα στο μοίρασμα της γης στους χωρικούς και στο σπάσιμο της εξάρτησης
από τους ξένους ιμπεριαλιστές και γι’ αυτό το λόγο συμβιβάζεται με τα τζάκια
και τον βασιλιά, πράγμα που την φέρνει σε σύγκρουση όχι μόνο με τους εργάτες,
αλλά και με την αγροτιά και την κάνει από την αρχή εχθρική απέναντί της.
Είναι αυτές οι αιτίες για τις
οποίες η αστική τάξη στη χώρα μας δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει βαθιές κοινωνικές
ρίζες και λειτούργησε σαν ένα καρκίνωμα στον οργανισμό. Όπως εξηγεί ο Π.
Πουλιόπουλος («Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα») «η ελληνική αστική τάξη ίσαμε την πρώτη
δεκαετία του 20ου αιώνα προχώρησε δισταχτικά και σε διαρκείς
συμβιβασμούς με τον παλιό κόσμο, την αυλή, φεουδαρχία και τον κλήρο. Όλα τα
μεταρρυθμιστικά βήματα φέρνουνε τη σφραγίδα του μεσοβέζικου και διστακτικού
πνεύματος, του φόβου της μπρος σε ριζοσπαστικές πληβειακές λύσεις».
Όπως έχει εξηγήσει ο Τρότσκι, όταν
μια τάξη είναι ανίκανη να λύσει τα ιστορικά της καθήκοντα, τότε κάποια άλλη
τάξη ή κοινωνική ομάδα αναλαμβάνει για λογαριασμό της να παίξει αυτό το ρόλο.
Έτσι στην χώρα μας ο στρατός – η κάστα των αξιωματικών που έπαιζε από το 1843
σημαντικό ρόλο με την κινητοποίηση ενάντια στον Όθωνα για δημοκρατικό Σύνταγμα
– ανέλαβε να παίξει για λογαριασμό της αστικής τάξης αυτό τον ρόλο.
Το κίνημα του 1909 ήταν ουσιαστικά
ένα αστικό κίνημα που επιβλήθηκε στην αστική τάξη από την χρεοκοπία του
βασιλικού καθεστώτος, τόσο στα ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, όσο και σ’ αυτά
της εξωτερικής. Ο αρχηγός του κινήματος Ζορμπάς γράφει στα απομνημονεύματά του
ότι «τα αίτια ήταν κυρίως η βουλευτοκρατία και η συναλλαγή, η οικονομική
δυσπραγία, η κακή απονομή της δικαιοσύνης και η έλλειψη δημόσιας ασφάλειας, ο
ατυχής πόλεμος του 1897, το Κρητικό ζήτημα και το απαράσκευο του κράτους για
οποιαδήποτε πολεμική δράση».
Στην ουσία, η αστική τάξη κι οι νεαροί αξιωματικοί έβλεπαν
να διογκώνεται η λαϊκή οργή των εργατών, των αγροτών και των μικροαστών ενάντια
στην άνιση φορολογία, την τοκογλυφία και την καταπίεση των φεουδαρχών, του
κλήρου και της Αυλής και να κινδυνεύουν και τα δικά τους πλούτη. Μετά την
αστική επανάσταση των Νεότουρκων που ανέτρεψαν τον Σουλτάνο, διέβλεπαν ότι με
την κοτσαμπάσικη πολιτική της «μικρής και περήφανης Ελλάδας» θα έχαναν πιθανά
την Μακεδονία και το ελληνικό εμπόριο και η ναυτιλία θα εκτοπιζόταν από την Ν.
Βαλκανική. Επιπλέον οι «σύμμαχοι» Άγγλοι και Γάλλοι που σχεδίαζαν τον
διαμελισμό της Τουρκίας, ενίσχυαν τις εθνικές βλέψεις της αστικής τάξης για μια
Μεγάλη Ελλάδα, για τους δικούς τους σκοπούς.
Το κίνημα ξεπέρασε κάθε προσδοκία
των αξιωματικών. Στις 14 Σεπτέμβρη 50.000 λαός συντάραξε την Αθήνα (τότε είχε
πληθυσμό λιγότερο από 200.000), με αιτήματα που ανάμεσα στα άλλα περιλάμβαναν
και την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργατών και την κατάργηση της
τοκογλυφίας. Το 1910 η Θεσσαλία και ο Βόλος συγκλονίστηκαν από τεράστιες
αγροτικές κινητοποιήσεις με συνθήματα «κάτω
οι τσιφλικάδες» και «απαλλοτρίωση» στα πλαίσια της περίφημης εξέγερσης στο
Κιλελέρ.
Όταν το 1910 ο Στρατιωτικός
Σύνδεσμος εμπιστεύτηκε την πολιτική εξουσία στον Ελ. Βενιζέλο, η αστική τάξη
δεν είχε ακόμα ένα οργανωμένο πολιτικό κόμμα για να διεκδικήσει την κυβέρνηση.
Το αστικό Φιλελεύθερο Κόμμα που θριάμβευσε στις εκλογές του 1910 ιδρύθηκε από
τον Βενιζέλο, λίγους μήνες πριν τις εκλογές.
Το ιστορικό σύνθημα που πρόβαλε ο Βενιζέλος στις ριζοσπαστικοποιημένες
μάζες ύστερα από το Γουδί, στην περίοδο του μεγαλύτερου θριάμβου της αστικής
τάξης, ήταν «ΟΧΙ ΣΥΝΤΑΧΤΙΚΗ ΑΛΛΑ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΒΟΥΛΗ». Δηλαδή, όχι επαναστατική δημοκρατική ανατροπή της
μοναρχίας, αλλά ειρηνικό συμβιβασμό μαζί της. Όπως σωστά παρατηρεί ο Κ.
Τσουκαλάς στο βιβλίο του «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ», σχετικά με την αναθεώρηση του
Συντάγματος του 1864, «περιστάλησαν
ορισμένα τυπικά προνόμια του μοναρχικού καθεστώτος, όμως οι ουσιαστικές
αρμοδιότητες του βασιλιά δεν διασαφηνίστηκαν. Αυτό το γεγονός είχε αργότερα
δυσάρεστες συνέπειες».
Παρά την αντίδραση των
τσιφλικάδων, ο Βενιζέλος πέρασε στο νέο Σύνταγμα μια τροποποίηση που επέτρεπε
την απαλλοτρίωση της γης, κατόπιν αποζημίωσης. Ωστόσο, στην πράξη χάρις στους
συμβιβασμούς της αστικής τάξης με το παλάτι, τα «τζάκια» διατήρησαν τα φέουδα
τους. Όπως γράφει ο Γ. Κορδάτος «μόνο το
1917 ψηφίστηκε νόμος που κανόνιζε τις απαλλοτριώσεις της τσιφλικάδικης ιδιοκτησίας, με αποζημίωση βέβαια»
(«ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ» – Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ). Παρ’ όλα αυτά, οι αγρότες αποκτήσαν χωράφια
μετά το 1922.
Βέβαια, ο Βενιζέλος πήρε μια σειρά
σημαντικά μέτρα για να κατοχυρώσει την εξουσία της αστικής τάξης στο κράτος και
την οικονομία. Πήρε ακόμα και ορισμένα φιλεργατικά μέτρα κοινωνικής νομοθεσίας
όπως: Η καθιέρωση της Κυριακής ως αργία, η αναγνώριση εργατικών συλλογικών
συμβάσεων, εργατικών ομοσπονδιών, η εκπόνηση σχεδίου γενικής ασφάλισης. Τα
μέτρα αυτά που εκσυγχρόνιζαν σχετικά τις αστικές οικονομικές σχέσεις, λήφθηκαν
την πρώτη περίοδο της νίκης των Φιλελεύθερων, λόγω της ανάγκης της νέας
κυβέρνησης να εδραιωθεί στηριγμένη στους αγρότες και τους εργάτες. Πολύ σύντομα
όμως ο Βενιζέλος, όταν κατάλαβε ότι έχασε τον έλεγχο των νέων συνδικάτων, έγινε
στυγνός διώκτης της εργατικής τάξης.
Ο αστικός φιλελευθερισμός γεννημένος σε μια επαναστατική
για την ελληνική κοινωνία περίοδο, παρά το μεσοβέζικο και συμβιβαστικό
χαρακτήρα του, που αντανακλούσε τη φύση του ελληνικού καπιταλισμού κατάφερε να
συσπειρώσει τις μάζες της αγροτιάς και της εργατιάς, γιατί έδωσε «κάτι» όταν οι
άλλοι έπαιρναν τα πάντα. Έτεινε σε κάθε έφοδο των μαζών να γίνεται ο εκφραστής
του, αλλά πάντα για να σώσει την αντίδραση. Ενισχύθηκε σημαντικά από τις
επιτυχίες που σημείωσε στους Βαλκανικούς Πολέμους και κατάφερε να προωθήσει
στις μάζες τον εθνικισμό και την προοπτική της «Μεγάλης Ιδέας». Αυτό όμως,
κράτησε μέχρις ότου η σκληρή πείρα των μαζών και η Μικρασιατική καταστροφή τους
επιτρέψει να αποβάλλουν τον εθνικισμό και ν’ αγωνιστούν για τα δικά τους πια
ταξικά συμφέροντα. Αυτό σήμανε την οριστική στροφή του φιλελευθερισμού στην
αντίδραση, που ολοκληρώθηκε την περίοδο 1928-36 με το «Ιδιώνυμο» και την
ανοιχτή υποστήριξη από τους Βενιζέλο, Σοφούλη και Πλαστήρα στην δικτατορία του
βασιλιά Γεωργίου και του Μεταξά.
Η κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου
έδωσε από την αρχή απόλυτη προτεραιότητα στην ενίσχυση των στρατιωτικών
δυνάμεων. Με δάνεια, εξοπλισμό και την καθοδήγηση των Βρετανών και των Γάλλων
αναδιοργανώθηκε ο στρατός και το ναυτικό. Οι «σύμμαχοι» υποστήριξαν για τους
δικούς τους λόγους, τις εθνικές φιλοδοξίες της αστικής τάξης για την «Μεγάλη
Ιδέα» και έτσι κατόρθωσαν να οδηγήσουν εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και αγρότες
στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), στο σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου
(1917-18) και στην καταστροφική Μικρασιατική Εκστρατεία. Η ελληνική αστική τάξη
καθοδηγούμενη από τους Άγγλους ιμπεριαλιστές έφτασε μάλιστα να στείλει το 1918
στην Ουκρανία ένα εκστρατευτικό σώμα μ’ επικεφαλής τον τότε συνταγματάρχη Πλαστήρα,
για να πολεμήσει ενάντια στους Μπολσεβίκους.
Ο ρόλος του στρατού στη χώρα μας
από τότε που γεννήθηκε, ήταν και είναι αποφασιστικός και καθοριστικός στις
εξελίξεις. Δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε τον σχετικά προοδευτικό ρόλο που
έπαιξε στην ενίσχυση του αστικού καθεστώτος, όσο και στην διεύρυνση της
ελληνικής επικράτειας, ιδιαίτερα μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Αλλά,
ακόμη και τότε για να μην ξεχαστούμε, η στάση του απέναντι στο εργατικό κίνημα
και τους αγρότες ήταν στάση σκληρής καταπίεσης.
Ο καθ’ όλα αντιδραστικός ρόλος των
αξιωματικών του στρατού, άρχισε να φαίνεται από την στιγμή που το προλεταριάτο
έχτισε τις δικές του ανεξάρτητες οργανώσεις και ξεκίνησε ν’ απειλεί την αστική
εξουσία και ιδιαίτερα μετά την μικρασιατική καταστροφή, όπου καταποντίστηκαν
μαζί με τη «Μεγάλη Ιδέα» οι «Βενιζελικοί», καθώς και οι «Βασιλικοί».
Βλέπουμε, λοιπόν σ’ όλη τη
διάρκεια του μεσοπολέμου, ο στρατός να εκφράζεται όχι μόνο με πραξικοπήματα,
αλλά και στην πολιτική σκηνή. Βασικά πολιτικά πρόσωπα αστικών κομμάτων ήταν
απόστρατοι αξιωματικοί (Πλαστήρας, Κονδύλης, Μεταξάς κ.ά.). Το φαινόμενο αυτό
βέβαια φτάνει μέχρι και τέλος της δεκαετίας του ’70 (Παπάγος – «Βία και Νοθεία
1961-63», Δικτατορία των Συνταγματαρχών 1967-74).
Παράλληλα
όμως, δημιουργούνται και οι προϋποθέσεις για την διάσπαση του στρατού και την
συναδέλφωση των φαντάρων με τους αγωνιζόμενους εργάτες και τους αγρότες, όπως
το 1923 και το 1936. Αυτό ήταν να αποφασιστικό γεγονός για τη νίκη του
εργατικού κινήματος και την κατάληψη της εξουσίας.
Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:
1918 – 1923
καθυστέρηση του
ελληνικού καπιταλισμού επέδρασε αποφασιστικά πάνω στο χαρακτήρα και την
οργανωτική και πολιτική διαμόρφωση της εργατικής τάξης στη χώρα μας. Επειδή
ακριβώς η ελληνική αστική τάξη γεννήθηκε γερασμένη, οικονομικά αδύναμη,
πολιτικά αντιδραστική και εξαρτημένη από το ξένο κεφάλαιο, το ελληνικό εργατικό
κίνημα -που δεν γνώρισε ποτέ μια μακρόχρονη «ειρηνική» περίοδο ανάπτυξης όπως
στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, από τα πρώτα του βήματα αναγκάστηκε να
πάρει το δρόμο του αγώνα και της επανάστασης. Ανδρώθηκε έτσι μέσα σ’ ένα αγώνα
ύπαρξης, που θα του δώσει την μαχητικότητα και την κινητικότητα που το
χαρακτηρίζει σ’ όλη του την ιστορία και εξηγεί την έλλειψη ριζών του
ρεφορμισμού. Συνδύασε την εκρηκτικότητα του χθεσινού αγρότη με την προλεταριακή
αντοχή – κάτι που το έκανε ιδιαίτερα επικίνδυνο για την αστική εξουσία, παρά
την οργανωτική αδυναμία που του επέβαλε η έλλειψη μεγάλων βιομηχανικών μονάδων,
η καταπίεση του κράτους και ο γρήγορος πολιτικός εκφυλισμός του νεαρού
εργατικού κόμματος (ΣΕΚΕ-ΚΚΕ), που έχτισε με τόσους κόπους και θυσίες.
Τα πρώτα χρόνια του οργανωμένου
συνδικαλιστικού και πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης, δηλαδή τα χρόνια
1919-23, είναι συνδυασμένα με δύο σημαντικά γεγονότα που έβαλαν μακροχρόνια τη
σφραγίδα τους στην πορεία του. Το πρώτο ήτανε η μεγάλη Ρώσικη Επανάσταση του
Οκτώβρη 1917 και το δεύτερο η Μικρασιατική καταστροφή το 1922.
Το Πρώτο Συνέδριο της ΓΣΕΕ έγινε
τον Οκτώβρη του 1918. Σ’ αυτό αντιπροσωπεύτηκαν 214 σωματεία, που είχαν περίπου
65.000 εργάτες μέλη (η Ελλάδα είχε τότε 5,5 εκατ. πληθυσμό). Στο Συνέδριο αυτό
παρουσιάστηκαν από την αρχή οι δύο κύριες τάσεις μέσα στο εργατικό κίνημα, η
φιλοβενιζελική, που ήταν κατά της πάλης των τάξεων και υποστήριζε ότι τα
σωματεία πρέπει να μείνουν μακριά από κάθε πολιτική, και η σοσιαλιστική τάση.
Παρ’ όλο που οι σοσιαλιστές κατόρθωσαν να περάσουν στο Συνέδριο τις δικές τους
θέσεις, στη Διοίκηση της ΓΣΕΕ υπερίσχυσαν οι φιλοβενιζελικοί του Μαχαίρα με 6
μέλη έναντι 5 των σοσιαλιστών.
Μετά από μία βδομάδα- αρχές
Νοέμβρη- έγινε στον Πειραιά το Πρώτο Πανελλαδικό Σοσιαλιστικό Συνέδριο, το
οποίο συσπείρωσε τις δυνάμεις των πρώτων σοσιαλιστικών ομάδων και κατέληξε στην
ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΣΕΚ). Από τότε ουσιαστικά, η
αστική τάξη και η κυβέρνηση Βενιζέλου – που τα προηγούμενα χρόνια είχε
υποχείριους τους εργάτες στο κόμμα των Φιλελευθέρων - ξεκίνησε έναν ανοιχτό πια
πόλεμο ενάντια στο εργατικό κίνημα για να το διαφθείρει και να το διαλύσει.
Η Πρωτομαγιά του 1919 ήταν η
αφορμή της πρώτης μεγάλης σύγκρουσης του οργανωμένου εργατικού κινήματος με την
αστική τάξη. Η κυβέρνηση – που ήδη με την σύμφωνη γνώμη των συμμάχων -
προετοιμαζόταν να επέμβει στρατιωτικά στη Σμύρνη (2 Μαΐου), απαγόρευσε κάθε
συγκέντρωση στην Αθήνα και τον Πειραιά και έστειλε τον στρατό με πολυβόλα για
ν’ αποκλείσει τα γραφεία των συνδικάτων.
Η κατάσταση αυτή δημιούργησε τη
πρώτη ανοιχτή ρήξη μέσα στη ΓΣΕΕ. Οι σοσιαλιστές καλούνε τα συνδικάτα να
κατέβουνε στην απεργία της Πρωτομαγιάς σε κοινές εκδηλώσεις με το ΣΕΚ, ενώ οι
Βενιζελικοί ζητάνε να πειθαρχήσουν οι εργάτες στην κυβέρνηση. Ο Βενιζέλος,
φοβούμενος την απεργία, διατάζει την σύλληψη των σοσιαλιστών ηγετών της ΓΣΕΕ
και τους εξορίζει στην Φολέγανδρο. Παρά τις προσπάθειες του Μαχαίρα, τα
εργατικά σωματεία μπρος σ’ αυτή την τρομοκρατική ενέργεια κατεβήκανε τον Ιούλη
σε απεργία. Η κυβέρνηση αντιδρά με τον στρατιωτικό νόμο και τη λογοκρισία για
να χτυπήσει το κίνημα. Επιστρατεύει τους εργάτες, χωρίς να επιστρατεύσει τα
εργοστάσια, επιτίθεται στα συνδικάτα, εξορίζει συνδικαλιστές. Οι τρομοκρατικές
διώξεις δεν έκαμψαν όμως το ηθικό της εργατιάς, αντίθετα μάλιστα έσπρωξαν τους
εργάτες προς τους σοσιαλιστές.
<< Αρχική < Προηγ. 1 2 3 4 5 6 7 8 Επόμ. > Τελευταία >> |