Home arrow Ιστορία arrow Η ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος
ΕΛΛΑΔΑ
Home
Οικονομία
Ιστορία
Επικαιρότητα
Κόμματα
Εκπαίδευση
Νεολαία
Εργατικό Κίνημα
Λοιπά Θέματα
Η Καμπάνια μας "Κάτω τα Χέρια από την Βενεζουέλα"
ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ
Θεωρία
Κλασσικοί
Οικονομία
Ιστορία
Παγκοσμιοποίηση
Περιβάλλον
Επιστήμη και Τεχνολογία
Τέχνη και Λογοτεχνία
Δικαιώματα
Εκδόσεις
ΔΙΕΘΝΗ
Ασία
Κεντρ. και Β. Αμερική
Λατινική Αμερική
Αφρική
Ευρώπη
Βαλκάνια
Η ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Μαρξιστική Φωνή   
20.04.06
 

Τον Σεπτέμβρη του 1920 η Επιτροπή Αθηνών καλεί Συνέδριο της ΓΣΕΕ στην Αθήνα που θεωρείται σαν το Δεύτερο Συνέδριο. Πήραν μέρος 137 σωματεία με 32.000 μέλη (ο αριθμός των εργατών το 1920 ήταν γύρω στις 104.000). Το σύνολο των σωματείων ήταν γύρω στα 280, από τα οποία, τα 50 ήταν ανεξάρτητα (σιδηροδρομικοί, ταχυδρομικοί) και 50 κυβερνητικά σωματεία.

Λόγω των συνεχών πολέμων, οι τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης είχαν πενταπλασιαστεί ¨(1914 -20) ή υπήρχαν μόνο στη μαύρη αγορά ενώ τα μεροκάματα το ίδιο διάστημα μόνο τριπλασιάστηκαν. Την ίδια ώρα, οι εργάτες δούλευαν 10ωρο ή 12ωρο κάτω από σκληρές συνθήκες.

Έτσι, στις βουλευτικές εκλογές του Νοέμβρη του 1920 η φιλεργατική και αντιπολεμική πολιτική του ΣΕΚ (που στο Β΄ Συνέδριό του τον Απρίλη είχε προσχωρήσει την Τρίτη Διεθνή και είχε αλλάξει τ’ όνομά του σε« ΣΕΚΕ») ανταμείφθηκε από τους εργάτες. Στην προεκλογική συγκέντρωση του στην Αθήνα με κύριο σύνθημα «κάτω ο πόλεμος» συγκεντρώθηκαν 50.000 άτομα και στις εκλογές πήρε 100.000 ψήφους περίπου, πολύ μεγάλο αριθμό μέσα στις συνθήκες εκείνες, χωρίς όμως να βγάλει βουλευτή.

Οι Φιλελεύθεροι έχασαν τις εκλογές. Ο λαός είχε ήδη υποφέρει αφάνταστα από τους πολέμους και δεν πίστευε καθόλου στη «Μεγάλη Ιδέα» του Βενιζέλου. Οι οπαδοί του Βασιλιά Κωνσταντίνου  - που κατέβηκαν στις εκλογές με αντιπολεμικά συνθήματα - 3 βδομάδες αργότερα έκαναν δημοψήφισμα και έφεραν πίσω τον βασιλιά, ο οποίος συνέχισε τον πόλεμο κάτω από την πίεση των Άγγλων.

Ένα μόνο μήνα μετά τις εκλογές, το Δεκέμβρη, ξέσπασε ένα μεγάλο απεργιακό κύμα, που κατέληξε σε μία νέα πανελλαδική απεργία. Όμως, αυτή ήταν μόνο η αρχή. Όλο το 1921 σημαδεύτηκε από σοβαρές απεργίες και συγκρούσεις ενάντια στη δεξιά κυβέρνηση του Γούναρη. «Η οικονομική κρίση χειροτέρευσε. Σ’ ένα χρόνο (1920-21) ο τιμάριθμος ανέβηκε 30-50%. Η φορολογία από 480 εκατ. έφτασε τα 632. Η εξαθλίωση των εργατών πλούτιζε την αστική τάξη. Μεταξύ 1919-21 οι έλληνες εφοπλιστές αγόρασαν 200 νέα καράβια. Δεκαέξι ελληνικές τράπεζες αύξησαν τα κέρδη τους κατά 60% μέσα στο 1921. Μόνο η ΕΤΕ πρόσθεσε 494 εκατ. δρχ. στα αποθεματικά της, δηλαδή όσο σχεδόν όλη η φορολογία του ελληνικού λαού για ένα χρόνο. Οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις έπαιρναν περίπου το 25% της υπεραξίας που παρήγαγαν, ενώ οι μέτοχοι το 75%»! (Δημήτρης Λιβιεράτος: «Το ελληνικό εργατικό κίνημα 1918-23»)

Γενικά υπολογίζεται ότι μέσα στο 1921 έγιναν περίπου 50 μεγάλες απεργίες με συμμετοχή 40,000 εργατών. Στο Βόλο η Πανεργατική Ένωση με συνθήματα κατά της ακρίβειας του ψωμιού συσπείρωσε τους εργάτες και τους αγρότες ενάντια στους τσιφλικάδες και τους αλευροβιομήχανους. Ο λαός ξεσηκώθηκε και για δύο μέρες οι εργάτες αποτελούσαν τη μόνη εξουσία μέσα στην πόλη. Στην Θεσσαλονίκη την Πρωτομαγιά, οι εργάτες συναδελφώθηκαν μ’ ένα σύνταγμα φαντάρων που προοριζόταν για το Μέτωπο και στασίασε ενάντια στην κυβέρνηση.

Το Νοέμβρη ξέσπασε η μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών, που έμεινε στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Την 3η μέρα της απεργίας η κυβέρνηση διέταξε την επιστράτευση των απεργών. Ο στρατιωτικός διοικητής Πειραιά συνέλαβε 2.000 εργάτες και τους οδήγησε με τη βία για κατάταξη. Παρ’ όλα αυτά, η απεργία διάρκεσε 11 μέρες, γιατί ακόμα και στους στρατώνες του Ρουφ, οι σιδηροδρομικοί συνέχιζαν ν’ αντιστέκονται. Η εντολή του Γούναρη για «πανστρατιά» απαντήθηκε με 90.000 περίπου λιποτάκτες στα μετόπισθεν…

Μπροστά σε μια τέτοια προεπαναστατική – κυριολεκτικά - κατάσταση, όπου το εργατικό κίνημα είχε εξεγερθεί και οι φαντάροι στασίαζαν και αυτομολούσαν, η ηγεσία του ΣΕΚΕ και της ΓΣΕΕ βρέθηκε πολιτικά συγχυσμένη και οργανωτικά απροετοίμαστη για να εκμεταλλευτεί τα μεγάλα γεγονότα του 1921 και την κατάρρευση που ήρθε τον Αύγουστο του 1922.

Σε έκτακτη Συνδιάσκεψη του ΣΕΚΕ (Φλεβάρης 1922), η ηγεσία του κόμματος υιοθέτησε μια δεξιά σοσιαλδημοκρατική πολιτική, τη στιγμή ακριβώς που τα γεγονότα έβαζαν στους σοσιαλιστές το καθήκον να προετοιμαστούν για την εξουσία. Η απόφαση της Συνδιάσκεψης μιλάει για «ανάγκη μακράς νόμιμης ύπαρξης του κόμματος», τη στιγμή που σε λίγο τα πάντα θα κατέρρεαν. Δεν προέβλεψε την ήττα και την καταστροφή. Δεν έμαθε ότι οι φαντάροι στο μέτωπο ενώνονταν με τους Τούρκους φαντάρους. Δεν άκουσε την υπόκωφη βοή στο εσωτερικό, την αγανάκτηση και την οργή ενός λαού έτοιμου να εξεγερθεί ενάντια στον πόλεμο, τη δυστυχία και την εκμετάλλευση.

Οι διανοούμενοι – που αποτελούσανε κύρια την ηγεσία του Κόμματος – κουράστηκαν από τις συνεχείς διώξεις και φυλακίσεις. Απογοητεύτηκαν από τις ήττες της επανάστασης στην Γερμανία και την Ουγγαρία και τη νίκη του Μουσολίνι στην Ιταλία. Κατάλαβαν μηχανικά τη θέση του Γ’ Συνεδρίου της Διεθνούς, η οποία αναφερόταν στη σχετική σταθεροποίηση του καπιταλισμού μετά το 1920. Βρέθηκαν έτσι απροετοίμαστοι για να δώσουν μια σοσιαλιστική λύση, που θα προέρχονταν μέσα από τα συντρίμμια της αστικής καταστροφής.

Η Κεντρική Επιτροπή (Κ.Ε.) του ΣΕΚΕ συνελήφθη τελικά το 1922 πριν την Μικρασιατική καταστροφή. Ωστόσο, ακόμα και μέσα στη φυλακή τα είχε κυριολεκτικά χαμένα. Έτσι, όταν ήρθε η κατάρρευση του Αυγούστου, το Κόμμα και η εργατική τάξη βρέθηκαν ουσιαστικά χωρίς ηγεσία. Για μια ακόμα φορά η πρωτοβουλία πέρασε σε μια άλλη αστική παράταξη που βρίσκει τους εκπροσώπους της ανάμεσα στους νεαρούς αγαναχτισμένους αξιωματικούς του εκστρατευτικού σώματος της Μ. Ασίας. Ο συνταγματάρχης Πλαστήρας δημιουργεί στη Χίο μια Επαναστατική Επιτροπή και κηρύσσει «επανάσταση».

Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος τρομοκρατημένος αναθέτει στον Μεταξά να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Μεταξάς επισκέπτεται τις φυλακές Συγγρού και προτείνει στον Κορδάτο να λάβει μέρος στην κυβέρνηση το ΣΕΚΕ «για να μην τους σφάξουν όλους οι Βενιζελικοί». Δυστυχώς, η αστική τάξη υπολόγιζε πιο σοβαρά τη δύναμη του κόμματος και της εργατικής τάξης απ’ ότι η ηγεσία του…

Τα μέλη του κόμματος ήταν πιο προχωρημένα από τους ηγέτες του και πιο κοντά στα γεγονότα, όπως έδειξε η συνεχής δραστηριότητά τους στο μέτωπο και στο εσωτερικό. Περίμεναν όμως καθοδήγηση από την Κ.Ε. «Όταν οι κομμουνιστές φαντάροι επέστρεψαν από το μέτωπο, έτρεξαν αμέσως στο κόμμα να ρωτήσουν τι να κάνουν, γιατί οι φαντάροι ήθελαν να πάνε σπίτια τους κι όχι να μπλέξουν στις διαμάχες Βενιζέλου και Βασιλιά Κωνσταντίνου. Όμως, το μέλος της Κ.Ε. Σταυρίδης τους συμβούλευσε να μην κάνουν τίποτα που θα μπορούσε να απειλήσει τη δύναμη του Πλαστήρα» (Δημήτρης Λιβιεράτος : «Το Ελληνικό εργατικό κίνημα 1918-23»). Ο Αβραάμ Μπεναρόγια, ηγετικό μέλος επίσης της Κ.Ε. του κόμματος, υποστήριξε ανοιχτά τον Πλαστήρα.

Η Επαναστατική Επιτροπή που κατέλαβε την εξουσία μετά την αποχώρηση του Κωνσταντίνου, προχώρησε τελικά μετά από πολλούς δισταγμούς – για να ξεφουσκώσει την απειλητική αγανάκτηση του λαού – στην εκτέλεση των «6» (5 δεξιών πολιτικών και του αρχιστράτηγου Χατζηανέστη), δείχνοντάς τους σαν τους κύριους υπεύθυνους για την Μικρασιατική καταστροφή. Όμως, στο ζήτημα της Βασιλείας υιοθέτησε μια συντηρητική πολιτική συνεργασίας με το διάδοχο Γεώργιο το Β’.

Ήταν τέτοια η σύγχυση μέσα στο ΣΕΚΕ, που εκείνη τη κρίσιμη στιγμή δεν πρόβαλε καν το ζήτημα της κατάργησης της Βασιλείας. Ήταν ξανά η οργή του λαού και των φαντάρων (η οποία εκφράστηκε από μια άλλη μερίδα Βενιζελικών μ’ επικεφαλής τον Παπαναστασίου), που ανάγκασε τελικά την Επαναστατική Επιτροπή να διώξει τον Βασιλιά Γεώργιο και να προχωρήσει στην ανακήρυξη της Δημοκρατίας το 1924.

Ο ερχομός εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και η αποστρατεία δεκάδων χιλιάδων φαντάρων μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Λωζάνης (27 Ιούλη 1923), δημιούργησαν ξαφνικά ένα πρωτόγνωρο κύμα δυστυχίας και ανεργίας στη χώρα. Την ίδια ώρα, οι τιμές καλπάζανε και η κυβέρνηση Γονατά επέβαλε σκληρά φορολογικά μέτρα ενάντια στους αγρότες και τους εργαζόμενους για να πληρώσει ξανά ο λαός τα εγκλήματα της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών συμμάχων της.

Οι εργοδότες που θησαυρίσανε κατά τη διάρκεια του πολέμου, μπρος σ’ αυτή την κατάσταση και την έλλειψη μιας οργανωμένης αντίδρασης από το ΣΕΚΕ και τη ΓΣΕΕ, απαιτούν τώρα μείωση των ημερομισθίων. Παράλληλα, η «δημοκρατική» κυβέρνηση προγραμματίζει τη μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων. Πολλές επιχειρήσεις κλείνουν για ν’ απολύσουν τους εργάτες και ξανανοίγουν με πρόσφυγες και τις μισές αμοιβές. Τα μεροκάματα κατρακυλούν.

Η ΓΣΕΕ που ελέγχεται ακόμα από το ΣΕΚΕ, μαζί με το Ε.Κ. Αθήνας και το Ε.Κ. Πειραιά δέχονται να μειωθούν τα μεροκάματα, αλλά με τον όρο να μειωθεί η τιμή του ψωμιού και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης. Δεν προβάλουν μάλιστα καθόλου την απειλή της απεργίας. Ενθαρρυμένοι τότε οι αντιπρόσωποι της κυβέρνησης απαιτούνε γενική μείωση των ημερομισθίων κατά 25-30% !

Παρά τις υποχωρήσεις της ΓΣΕΕ, οι ναυτεργάτες δηλώνουν ότι δεν θα δεχτούν καμία μείωση και ο Πλαστήρας τους απειλεί με επιστράτευση. Οι εργάτες του Λαυρίου κατεβαίνουν τον Ιούλη σε απεργία για 8ωρο και αύξηση ημερομισθίων. Το κλίμα σιγά-σιγά αρχίζει ν’ αλλάζει από τα κάτω. Οι εργάτες σ’ όλη τη χώρα ξεκινάνε αγώνες ενάντια στη λυσσασμένη επίθεση των αστών και της κυβέρνησής τους.

Οι σιδηροδρομικοί, οι ναυτεργάτες, οι καπνεργάτες, οι εργαζόμενοι στον ηλεκτρισμό, οι αρτοποιοί και οι μυλλεργάτες, κατεβαίνουνε στην απεργία. Η φιλελεύθερη αστική κυβέρνηση του Γονατά συγκροτεί έκτακτα στρατοδικεία και αναστέλλει την ισχύ όλων των εργατικών νόμων για 6 μήνες.

Τελικά, η στις 20 Αυγούστου 1923 η ΓΣΕΕ αναλαμβάνει την ηγεσία των απεργιών. Η κυβέρνηση  διαλύει τα σωματεία και κατάσχει τις περιουσίες τους. Παρ’ όλα αυτά, η απεργία επεκτείνεται στη Θεσσαλονίκη, τη Πάτρα, το Βόλο και σε όλη την χώρα. Στις 23 Αυγούστου η ΓΣΕΕ καλεί πανεργατική συγκέντρωση στο Πασαλιμάνι. Η κυβέρνηση διατάσει τη βίαιη διάλυσή της. Το βράδυ θα βρει 11 εργάτες νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Χωρίς απώτερους στόχους και μπρος στην βία των όπλων ο αγώνας από την επομένη κιόλας μέρα αρχίζει να εκφυλίζεται. Λίγο μετά η ΓΣΕΕ δίνει εντολή να λυθεί η απεργία.

Η αποφασιστική μάχη που δόθηκε μέσα σε ευνοϊκές συνθήκες τον Αύγουστο του 1922, λόγω της έλλειψης προοπτικών και αποφασιστικότητας από την ηγεσία του ΣΕΚΕ και της ΓΣΕΕ ξέσπασε αυθόρμητα από τα κάτω τον Αύγουστο του 1923 και εξελίχτηκε στις μεγαλύτερες απεργιακές συγκρούσεις που γνώρισε η Ελλάδα εκείνα τα χρόνια. Δυστυχώς όμως, δεν υπήρχε μια έμπειρη επαναστατική ηγεσία, όπως των μπολσεβίκων στη Ρωσία κι ούτε ένα πρόγραμμα που θα ένωνε τους αγώνες των εργατών με των αγροτών, των φαντάρων και των προσφύγων ενάντια στο αστικό καθεστώς και τη βασιλεία. Έτσι, οι «επαναστάτες» στρατηγοί της αστικής τάξης έσφαξαν για άλλη μια φορά το κίνημα. Με την ηρωική αυτή απεργία κλείνει αιματηρά η πρώτη μεγάλη περίοδος χαμένων ευκαιριών για το εργατικό κίνημα της χώρας μας.



 
< Προηγ.
Websites

 

 Ted Grant in the early 1990s


  latin amerika

 

 

 

 

© 2008 ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
Joomla! is Free Software released under the GNU/GPL License.