Home arrow Ιστορία arrow Η ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος
ΕΛΛΑΔΑ
Home
Οικονομία
Ιστορία
Επικαιρότητα
Κόμματα
Εκπαίδευση
Νεολαία
Εργατικό Κίνημα
Λοιπά Θέματα
Η Καμπάνια μας "Κάτω τα Χέρια από την Βενεζουέλα"
ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ
Θεωρία
Κλασσικοί
Οικονομία
Ιστορία
Παγκοσμιοποίηση
Περιβάλλον
Επιστήμη και Τεχνολογία
Τέχνη και Λογοτεχνία
Δικαιώματα
Εκδόσεις
ΔΙΕΘΝΗ
Ασία
Κεντρ. και Β. Αμερική
Λατινική Αμερική
Αφρική
Ευρώπη
Βαλκάνια
Η ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Μαρξιστική Φωνή   
20.04.06

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΜΑΗ ΤΟΥ 1936

          Η περίοδος 1924-29 ήταν η χρυσή περίοδος ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και ιδιαίτερα της βιομηχανίας. Βασισμένη στην σχετική σταθεροποίηση και άνοδο της παγκόσμιας οικονομίας από τη μια και στην εξαθλίωση των εργατών μετά την ήττα του 1923 και την μαζική ανεργία από την άλλη, η βιομηχανία γνώρισε σημαντική άνοδο.

Το 1917 (ο πληθυσμός ήταν 4.8 εκατ.) υπήρχαν 2.000 βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, με αξία εγκαταστάσεων 200 εκατ. και βιομηχανικής παραγωγής επίσης 200 εκατ. Το 1929 (πληθυσμός 6,2 εκατ.) οι επιχειρήσεις είχαν διπλασιαστεί (4.000), η αξία των εγκαταστάσεων έφτασε τα 560 εκατ. και της παραγωγής τα 480 εκατ. Στην άνοδο αυτή αποφασιστικό ρόλο έπαιξε – ιδιαίτερα μετά το 1920- το ντόπιο και ξένο τραπεζιτικό κεφάλαιο (Τράπεζα «Χάμπρο»). Υπολογίζεται ότι το ξένο κεφάλαιο (εγγλέζικο και γαλλικό) είχε τοποθετήσει αυτή την περίοδο σε διάφορες επιχειρήσεις γύρω στα 375 εκατ. χρυσά φράγκα.

Η βιομηχανική αυτή ανάπτυξη έφερε όμως μαζί της και την αποφασιστική ενίσχυση της εργατικής τάξης. Υπολογίζεται ότι ενώ το 1920 υπήρχαν περίπου 104.000 εργάτες σε μεσαίες και μεγάλες βιομηχανίες (με πάνω από 5 εργάτες), το 1928 ο αριθμός τους έφτασε τις 249.000, από τους οποίους οι 110.000 σε μεγάλες επιχειρήσεις (πάνω από 25 εργάτες). Η εξέλιξη αυτή συνέτεινε αποφασιστικά στο να επουλωθούν γρήγορα οι πληγές της ήττας του 1922-23. Η σκληρή εκμετάλλευση όμως της εργατιάς (το μέσο μεροκάματο το 1927 ήταν 6 φορές μεγαλύτερο από αυτό του 1914, ενώ ο τιμάριθμος είχε ανέβει 18 φορές), συσσώρευσαν αυτά τα χρόνια στα θεμέλια της κοινωνίας μια τεράστια εκρηχτική ύλη, που αναζωογόνησε το κίνημα και συγκλόνισε τους καπιταλιστές με τα πρώτα σημάδια της κρίσης του 1929-33.

Η ανάπτυξη όμως αυτή του ελληνικού καπιταλισμού ήταν τη ίδια ώρα από τη φύση της μίζερη και ευκαιριακή. Συγκεντρώθηκε κύρια στην ελαφρά βιομηχανία και τη βιοτεχνία. Ήταν χωρίς υποδομή και χωρίς μακρόχρονες προοπτικές. Είχε ένα χαρακτήρα αρπαχτικό, μ’ αποτέλεσμα τα μεγάλα κέρδη του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου να τοποθετούνται για σιγουριά στο εξωτερικό.

Έτσι, η κρίση που συγκλόνισε τον καπιταλισμό παγκόσμια το 1929-31, αποκάλυψε και τον σαθρό και εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού. Μεταξύ 1929 και 1934 οι εξαγωγές της χώρας μειώθηκαν κατά 70% και η επίσημη ανεργία έφτασε το 1934 τους 180.000. Το 1932 το εξωτερικό χρέος έφτασε στα 100 δολ. κατά κεφαλή (περισσότερο από το ετήσιο εθνικό εισόδημα) και μόνο για την κάλυψη των τοκοχρεολυσίων χρειάζονταν το 40-50% του προϋπολογισμού. Τον ίδιο χρόνο η Ελλάδα αναγκάστηκε τελικά να κηρύξει μερική χρεοκοπία.

«Η αστική δημοκρατία στην Ελλάδα» έλεγε ο Π. Πουλιόπουλος, «μοιάζει με ένα πρόωρα γερασμένο άνδρα που έζησε λίγο και πεθαίνει γρήγορα, δίχως να δώσει στο προλεταριάτο ούτε έστω καν τις δημοκρατικές ελευθερίες που γνώρισαν οι ευρωπαίοι εργάτες». Κι αυτό γιατί στην εποχή των ιμπεριαλιστικών πολέμων και της βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού η αστική τάξη δεν μπορεί να ανεχτεί δικαιώματα και ελευθερίες των εργατών και γι’ αυτό καταφεύγει στα πραξικοπήματα και τον φασισμό.

Ανάμεσα στο 1924 και 1928 μεσολάβησαν 3 γενικές εκλογές, 11 κυβερνήσεις, 11 πραξικοπήματα και 2 στρατιωτικές δικτατορίες, ενώ από το 1932 μέχρι το 1936 4 εκλογικές αναμετρήσεις και δημοψηφίσματα, 5 κυβερνήσεις, 1 κίνημα και 2 δικτατορίες. Η τρομερή αυτή πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα αντανακλά  ουσιαστικά την ανημποριά του ελληνικού καπιταλισμού ν’ αντεπεξέλθει στη δίνη της κρίσης και τον πυρετό των μαζών που εξεγείρονται αυθόρμητα κάτω από την προοδευτική χειροτέρευση της ζωής τους και την πολιτική καταπίεση. Η αδυναμία του ΚΚΕ να εκφράσει αυτή την κοινωνική παλίρροια διοχέτευσε τα λαϊκά ρεύματα προς τα υπάρχοντα αστικά κόμματα και διέσπασε, φέρνοντας σε σύγκρουση, τις διάφορες μερίδες τους.

Είναι χαρακτηριστικό πως η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών μετά την ήττα του απεργιακού κινήματος το 1923, στράφηκε στο κοινοβουλευτικό πεδίο και βρήκε την έκφρασή της στην ίδρυση της «Δημοκρατικής Παράταξης» που προήλθε από διάσπαση του Φιλελεύθερου Κόμματος. Η «Δημοκρατική Παράταξη» στις εκλογές του Δεκέμβρη κέρδισε 120 βουλευτές έναντι 200 της δεξιάς πτέρυγας του Κόμματος των Φιλελεύθερων (οι βασιλικοί απείχαν για να μην συντριβούν).

Ωστόσο, ο βαθιά κίβδηλος και συντηρητικός χαρακτήρας του ελληνικού αστικού φιλελευθερισμού στο πολιτικό πεδίο επηρέασε ανεπανόρθωτα και τους ριζοσπαστικούς εκπροσώπους της μικροαστικής δημοκρατίας (Παπαναστασίου). Έτσι, όταν «λύθηκε» το 1924 το ζήτημα της μοναρχίας, οι διαφορές των δύο πτερύγων του φιλελευθερισμού εξαφανίστηκαν. Οι ριζοσπάστες δεν είχαν να προσφέρουν πια τίποτα άλλο και ξεφούσκωσαν, για να καταλήξουν πάλι το 1928 σε αριστερό «δεκανίκι» του Βενιζέλου.

Ήταν λοιπόν, η διαρκής αυτή κρίση και αβεβαιότητα του συστήματος, η αδυναμία των αστικών κομμάτων να σταθεροποιήσουν την κυριαρχία τους, ιδιαίτερα μετά την Μικρασιατική καταστροφή, και η έλλειψη μιας επαναστατικής εναλλακτικής πολιτικής λύσης που έδωσε τα περιθώρια στο στρατό να εμφανιστεί στη σκηνή σαν σωτήρας και διαιτητής ανάμεσα στις τάξεις. Τα πολιτικά κόμματα προσπαθούν να προσεταιριστούν τους αξιωματικούς με αποτέλεσμα να καταλήξουν όργανα των προσωπικών φιλοδοξιών τους, το ένα πραξικόπημα να διαδέχεται το άλλο, οι αντεκδικήσεις και οι εκκαθαρίσεις αντιπάλων έγιναν ο κανόνας της πολιτικής ζωής του τόπου.

Όμως, όταν τα πράγματα χειροτέρεψαν πραγματικά με την κρίση του 1929-31 και το εργατικό κίνημα άρχισε να εμφανίζεται πάλι δυναμικά στη σκηνή, οι διαμάχες ανάμεσα στα δύο αστικά κόμματα υποχώρησαν. Οι διαφωνίες ανάμεσα στην ολιγαρχία των μεγαλοτσιφλικάδων και στην ολιγαρχία της αστικής τάξης ξεπεράστηκαν μετά την απαλλοτρίωση της μεγάλης ιδιοκτησίας το 1923 και την μετατροπή της παλιάς ολιγαρχίας σε κεφαλαιοκράτες. Οι δύο μερίδες της αστικής τάξης αναγνώρισαν ότι είχανε κοινά συμφέροντα και έπρεπε να προστατεύσουν την ιδιοκτησία τους απέναντι στην εργατική τάξη.

Όπως εξηγεί ο Π. Πουλιόπουλος «εκείνο που απασχολεί σήμερα την άρχουσα τάξη είναι το ποια θα είναι η χρησιμότερη για τα συμφέροντά της μορφή απολυταρχικής εξουσίας». Όπως και το 1967, η διαφορά τους ήταν το δίλημμα «προεδρική ή αυλική δικτατορία του κεφαλαίου»…

Ήταν λοιπόν η κυβέρνηση του Βενιζέλου το 1928-32 που αποδείχτηκε ο πιο στυγνός στραγγαλιστής των εργατικών κατακτήσεων και ελευθεριών. Έτσι ο φιλελευθερισμός, όπως σήμερα ο «σοσιαλισμός», πέρασε στη φάση των αντιμεταρρυθμίσεων. Τελικά κατάφερε να διατηρηθεί για 4 χρόνια μόνο και μόνο εξαιτίας της έλλειψης μιας επαναστατικής ηγεσίας. Ψήφισε το «Νόμο για την προστασία του Κοινωνικού Καθεστώτος» (το γνωστό «Ιδιώνυμο») το 1929 ενάντια στους κομμουνιστές και δημιούργησε τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης για εργάτες και αριστερούς. Κατάπνιξε με πρωτοφανή σκληρότητα δεκάδες απεργίες και εξεγέρσεις αγροτών. Μόνο το 1932 έγιναν 12.000 συλλήψεις και 2.200 φυλακίσεις αγωνιστών. Όταν ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές του 1932 λόγω της αγανάκτησης του λαού, το «Λαϊκό Κόμμα» του Τσαλδάρη απλά συνέχισε το έργο του.

Ο ρόλος που έπαιξαν οι φιλελεύθεροι και δημοκρατικοί πολιτικοί και αξιωματικοί μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά ήταν αποκαλυπτικός. Με ελάχιστες εξαιρέσεις άνοιξαν το δρόμο στο Μεταξά. Του έδωσαν μάλιστα ψήφο εμπιστοσύνης τον Απρίλη του 1936 και το δικαίωμα να διοικεί με νομοθετικά διατάγματα. Ο Ε. Βενιζέλος, ο Σοφοκλής Βενιζέλος και ο Πλαστήρας υποστήριξαν ανοιχτά το βασιλιά και τη δικτατορία και επαινούσαν με ενθουσιασμό το Μουσολίνι!

«Η ανεξάρτητη επέμβαση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της» έγραφε ο Π. Πουλιόπουλος τον Ιούλη του 1935 στο βιβλίο του «Βασιλεία –Δημοκρατία –Κομμουνισμός») «στο στίβο του πολιτικού αγώνα που άρχισε, μπορεί να δώσει στη δυναμική του μια διαφορετική τροπή, ολότελα αναπάντεχη για την κυρίαρχη τάξη και ν’ ανοίξει προοπτικές στο επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου, που δεν θα τις φανταζόντουσαν ούτε οι πιο τολμηροί πρωτοπόροι του».

Πράγματι, η πτώση του Βενιζέλου το 1932 σήμανε το άνοιγμα μιας νέας επαναστατικής περιόδου και έδινε τη δυνατότητα οι κομμουνιστές να κερδίσουνε τη μεγάλη πλειοψηφία της αγανακτισμένης εργατικής τάξης και της οργισμένης αγροτιάς στη σημαία του σοσιαλισμού.

Είχαν περάσει 10 χρόνια από την ήττα του 1923. Το εργατικό κίνημα υπερδιπλασιάστηκε σε αριθμούς και ήδη από το 1929 είχε ξεκινήσει μαζί με τους αγρότες νέους σκληρούς και αιματηρούς αγώνες ενάντια στη δυστυχία και την καταπίεση. Το Κ.Κ.Ε έπρεπε να βρίσκεται σε μια ισχυρή θέση σε σύγκριση με κάθε άλλη περίοδο της ιστορίας του.

Τα λάθη της ηγεσίας του ΣΕΚΕ που οδήγησαν στην ήττα του 1923 μπορούμε να πούμε ότι οφείλονταν ακόμα στην πολιτική απειρία και σύγχυση της νέας ηγεσίας του Κόμματος και της ΓΣΕΕ μπροστά σε αποφασιστικά ιστορικά καθήκοντα. Ωστόσο, μετά το 1923, το ΚΚΕ όχι μόνο δεν συνήλθε και δεν έβγαλε τα αναγκαία συμπεράσματα, αλλά ακολούθησε δυστυχώς την αντίστοιχη πορεία εκφυλισμού του Ρώσικου Κ.Κ. και της Τρίτης Διεθνούς μετά το θάνατο του Λένιν, γεγονός που το εργατικό κίνημα της χώρας μας θα το πληρώσει με νέες σοβαρές ήττες.

Μετά από μια περίοδο συμβιβασμών και υποχωρήσεων που οδήγησαν στην ήττα της γενικής απεργίας στη Βρετανία το 1926 και στη σφαγή της Κινέζικης επανάστασης το 1927, το ΚΚΕ υιοθέτησε μια υπερ-αριστερή πολιτική (1928-33) που υποστήριζε ότι ήρθε το τέλος του καπιταλισμού. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την εγκληματική πολιτική διάσπασης του εργατικού κινήματος πάνω στη βάση του «όποιος δεν είναι κομμουνιστής είναι φασίστας»... Η πολιτική αυτή οδήγησε το Κ.Κ. Γερμανίας – το πιο δυνατό τμήμα της Τρίτης Διεθνούς - ν’ αρνηθεί την συνεργασία με τους σοσιαλδημοκράτες (Ενιαίο Μέτωπο) ενάντια στον Χίτλερ. Αντίθετα, προτίμησε να συνεργαστεί με τον Χίτλερ ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες…

Η νίκη του Χίτλερ το 1933 και η άνοδος του στην εξουσία, χωρίς τα κόμματα της εργατικής τάξης να δώσουν καν μάχη, άνοιξε το δρόμο για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τρομοκράτησε το Στάλιν και την ρώσικη γραφειοκρατία. Αποφάσισαν ξαφνικά (1934) ν’ αλλάξουν πάλι πολιτική και να επιδιώξουν αυτή τη φορά τη συνεργασία με τους «προοδευτικούς», τους «φιλελεύθερους» και «δημοκράτες» αστούς (Λαϊκό Μέτωπο) ενάντια στο φασισμό, με  αίτημα  την «ολοκλήρωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης». Η στροφή αυτή έγινε στην 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (Γενάρης 1934) και είχε καταστροφικές συνέπειες για το ΚΚΕ και για όλο το εργατικό κίνημα

«Την άρνηση των επαναστατικών προοπτικών που ξανοίγονταν για το εργατικό κίνημα στη χώρας μας, την ενσάρκωσε η ηγεσία του ΚΚΕ με την ευνοϊκή της στάση απέναντι στην «Τσαλδαροκονδυλική» δικτατορία τις μέρες του Μάρτη και από την άλλη, με την πολιτική του «Δημοκρατικού Συνασπισμού» δηλαδή τη συμμαχία των κομμουνιστών με τον δικτατορικό σχηματισμό της φιλελεύθερης μπουρζουαζίας. Χωρίς καμία εμπιστοσύνη στη δύναμη και τη μαχητικότητα των εργατών οι ηγέτες του ΚΚΕ είχανε στην ουσία ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με το Λαϊκό Κόμμα της Δεξιάς με προοπτική να υποστηρίξουν 15 κομμουνιστές βουλευτές τον Τσαλδάρη στη Βουλή για να σχηματίσει κυβέρνηση (στις εκλογές του Γενάρη 1936 το Λαϊκό Κόμμα έβγαλε 143 βουλευτές και οι Φιλελεύθεροι 141). Ενώ όμως το Λαϊκό Κόμμα είχε δεχτεί όλους τους άλλους όρους του ΚΚΕ, ο Τσαλδάρης δεν έκανε καμία δημόσια δήλωση ενάντια στην εκστρατεία των δεξιών εφημερίδων που απαιτούσαν να μην ληφθούν υπόψη οι ψήφοι των κομμουνιστών. Έτσι, ματαιώθηκε η συνεργασία Παλαϊκού Μετώπου ΚΚΕ και Λαϊκού Κόμματος». (Σπύρος Λιναρδάτος: «Πώς φτάσαμε στην 4η Αυγούστου»).

Τελικά, το ΚΚΕ κατέληξε στην υπογραφή συμφωνίας με τους Φιλελεύθερους (Συμφωνία Σοφούλη – Σκλάβαινα) και ψήφισε τον Σοφούλη στη Βουλή. Οι Φιλελεύθεροι όμως αντί να σχηματίσουν κυβέρνηση, έδωσαν τη συγκατάθεσή τους για να σχηματιστεί η κυβέρνηση Δερμετζή –Μεταξά, πού ήταν ο προθάλαμος της δικτατορίας  Μεταξά.

Ενώ η αστική τάξη προετοίμαζε τη δικτατορία της και η ηγεσία του ΚΚΕ προσπαθούσε με συμφωνίες να πείσει τους αστούς ν’ αντιταχθούνε στους «κακούς δικτάτορες», το εργατικό κίνημα βλέποντας τον κίνδυνο να πλησιάζει, προχώρησε το 1936 σε μια μεγαλειώδη αυθόρμητη εξέγερση, που με σύνθημα «Κάτω η κυβέρνηση Μεταξά» ζητούσε στην ουσία την ανατροπή του σάπιου καθεστώτος.

Το ξέσπασμα προετοιμαζόταν από το 1923. Το καμίνι έβραζε. Το 1932 ξεσπά ένα τεράστιο απεργιακό κύμα σε όλη τη χώρα με 200 περίπου απεργίες και 80.000 απεργούς. Το 1933, οι χωροφύλακες δολοφονούν 5 υφαντουργούς στη Νάουσα. Οι απεργίες έφτασαν τις 339. Οι καπνεργάτες της Καβάλας καταλαμβάνουν τα καπνομάγαζα και νικούν. Το 1935 οι απεργοί ξεπερνούν τις 200.000. Κάθε βδομάδα ξεσπούσαν μαχητικές πανελλαδικές και τοπικές απεργίες σε όλη τη χώρα. Χαρακτηριστικό αυτών των αγώνων είναι το πείσμα των εργατών που συγκρούονται τώρα πια ανοιχτά με την αστυνομία. Στο Ηράκλειο το μήνα Αύγουστο, ο νομάρχης με τους χωροφύλακες για να πνίξει την γενική απεργία διαρκείας δολοφονεί 7 εργάτες. Η ενωτική ΓΣΕΕ (ΚΚΕ) καλεί 24ωρη Πανελλαδική απεργία, ενώ οι απεργοί του Ηρακλείου οπλίζονται για να εκδικηθούν. Η κυβέρνηση στέλνει μια μεραρχία, 3 πολεμικά και ένα σμήνος βομβαρδιστικών για να πνίξει την εξέγερση στο αίμα. Στη Πελοπόννησο στα τέλη του Αυγούστου ξεσπάνε αγώνες των αγροτών ενάντια στην καταλήστευση του ΑΣΟ. Σε πολλές πόλεις οι αγρότες κατεβαίνουν σε συλλαλητήρια με όπλα και δρεπάνια και δίνουν μάχη με τους χωροφύλακες.

Το 1936 το θερμόμετρο της ταξικής πάλης έχει πια φτάσει σε σημείο βρασμού. Μια επαναστατική κατάσταση ξεδιπλώνεται μέρα με την ημέρα. Η αγανάκτηση των εργατών και των αγροτών έχει πια ξεχειλίσει. Αφορμή ήταν η μαχητική Πανελλαδική απεργία 40.000 καπνεργατών που ξεκίνησε στις 29 και 30 Απρίλη. Ο αγώνας εξαπλώνεται με ενθουσιασμό και στο τελευταίο καπνομάγαζο στη χώρα, ενώ οι απεργοί οργανώνουν εργατικές φρουρές για να προστατεύσουν την απεργία ενάντια στους μπράβους των εργοδοτών και τους χωροφύλακες. Στο μεταξύ, μέχρι τις 8 Μάη, ο ξεσηκωμός των εργατών απλώνεται από τα κάτω και σ’ άλλους κλάδους από πόλη σε πόλη. Ένα τεράστιο κύμα συμπαράστασης φουντώνει σε όλη τη χώρα. Επαγγελματίες, δήμοι και κοινότητες τάσσονται υπέρ του αγώνα, κηρύσσουν 24ωρες απεργίες συμπαράστασης στους απεργούς. Μπρος στην οργή και την μαχητικότητα των εργαζομένων πολλά Εργατικά Κέντρα προχωρούν στην κήρυξη Πανεργατικών και Πανεπαγγελματικών απεργιών.

Στις 8 Μάη η κυβέρνηση έντρομη αποφασίζει να χτυπήσει. Η Θεσσαλονίκη μετατρέπεται από τους έφιππους χωροφύλακες σε πεδίο μάχης. Τραυματίζονται 70 απεργοί και συλλαμβάνονται 100. Ωστόσο, οι εργάτες και ο λαός της Θεσσαλονίκης δεν κάμφθηκαν καθόλου. Οι απεργοί έστησαν οδοφράγματα, οι εργάτριες έδειξαν άφταστο ηρωισμό, οι νοικοκυρές πέταγαν γλάστρες και τούβλα από τα μπαλκόνια ενάντια στους χωροφύλακες. Ήταν τέτοιο το πείσμα και ο ηρωισμός του λαού που όταν οι αξιωματικοί διέταξαν τους φαντάρους να επιτεθούν, αυτοί αρνήθηκαν να υπακούσουν.

Η 9η του Μάη έχει μείνει στην ιστορία του εργατικού κινήματος σαν μια μέρα εξέγερσης, ηρωισμού και θυσίας. Η ενωτική ΓΣΕΕ τελικά κάλεσε Πανεργατική απεργία και η κυβέρνηση πολιόρκησε τη Θεσσαλονίκη, συγκρότησε έκτακτα στρατοδικεία και επιστράτευσε όλους τους απεργούς. Το εργατικό κίνημα και η νεολαία, χωρίς προετοιμασία, χωρίς καμία οργάνωση και χωρίς ηγεσία αποφασισμένη για μια σκληρή σύγκρουση, δώσανε μια τεράστια μάχη με γυμνά χέρια ενάντια στους οπλισμένους χωροφύλακες και τους μπράβους που δολοφόνησαν εκείνη την ημέρα 9 εργάτες, πλήγωσαν βαριά 32 και τραυμάτισαν ελαφρά άλλους 300.

Το αίμα όμως των αγωνιστών και η τρομοκρατία, αντί να κάμψει τους εργάτες και το κίνημα, λειτούργησε σαν λάδι στη φωτιά. Στη Θεσσαλονίκη το απόγευμα της ίδιας μέρας χιλιάδες λαού ξεχύνονται στους δρόμους με μαύρες σημαίες. Οι χωροφύλακες κλείνονται στα τμήματα και οι στρατιωτικοί περίπολοι ενώνονται με το λαό, δικαιώνοντας τη θέση ότι ο φαντάρος ακολουθεί τον εργάτη όταν τον βλέπει αποφασισμένο. Σε όλη την Ελλάδα ξεσπάνε παλλαϊκές απεργίες και συλλαλητήρια. Στη Κοκκινιά χιλιάδες εργατών με σύνθημα «εκδίκηση» συγκρούονται για 2 ώρες με την αστυνομία.

Ο Σοφούλης διαμαρτύρεται για το έγκλημα, συνεχίζει όμως να στηρίζει την Κυβέρνηση Μεταξά. Η ηγεσία του ΚΚΕ μπρος στην εξέγερση απαιτεί τη δημιουργία Κυβέρνησης Σοφούλη «που θα ικανοποιήσει τα πιο άμεσα οικονομικά και πολιτικά αιτήματα του λαού».

Από το απόγευμα της 9ης του Μάη, η εξουσία στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται στα χέρια των εργατών και του λαού. Στις 10 του Μάη 150.000 λαού με συνθήματα «κάτω ο Μεταξάς», «Γενική Απεργία» και «Εκδίκηση» θάβει τους νεκρούς του. Στο δρόμο αφοπλίζουν χωροφύλακες, λιθοβολούν αστυνομικά τμήματα και ενώνονται με τους φαντάρους. Εργάτες και φαντάροι αγκαλιασμένοι με δάκρυα στα μάτια βαδίζουν στο νεκροταφείο. Ένας ταγματάρχης καταθέτει στεφάνι και διαβεβαιώνει τον λαό πως «ο στρατός είναι στο πλευρό τους».

Την ίδια ώρα που οι στρατηγοί προετοιμάζουν το πραξικόπημα, οι φαντάροι ενώνονται ξανά με τους εργάτες. Η εξουσία για 36 ώρες είχε περάσει στα χέρια τους, όμως ούτε οι ίδιοι δεν το είχαν καταλάβει και χωρίς μια επαναστατική ηγεσία δεν ήξεραν τι να κάνουν.

 


 
< Προηγ.
Websites

 

 Ted Grant in the early 1990s


  latin amerika

 

 

 

 

© 2008 ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
Joomla! is Free Software released under the GNU/GPL License.