|
Σελίδα 7 από 8
1974-84: ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ –
ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ
δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967 έγινε για να
σταματήσει την αγωνιστική πορεία και την ριζοσπαστικοποίηση του εργατικού
κινήματος. Βασικός της στόχος ήταν ν’ εμποδίσει μια νέα νίκη της Ε.Κ. με μια
πιο ριζοσπαστική ηγεσία, ώστε ν’ αφήσει τον ελληνικό καπιταλισμό ανενόχλητο ν’
εκμεταλλεύεται την εργατική τάξη. Ήταν πλέον η τελευταία λύση για να μπορέσει η
αστική τάξη να πετύχει αυτό που δεν κατάφερε μέσα σε «κοινοβουλευτικά» πλαίσια
το βασιλικό πραξικόπημα του 1965.
Τίποτα
όμως δεν μπορεί να εμποδίσει την εργατική τάξη να μπει ξανά και ξανά στον
αγώνα. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που ξέσπασε το 1973 συγκλόνισε τον ασθενικό
ελληνικό καπιταλισμό, αποκάλυψε τη μεγάλη δύναμη του εργατικού κινήματος και
είχε σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση ή την ανατροπή όλων των δικτατορικών
καθεστώτων στη Νότια Ευρώπη (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα).
Οι ριζοσπαστικές
διεργασίες στην ελληνική κοινωνία είχαν ξεκινήσει από το 1973 με μαχητικές
απεργίες από την πλευρά των εργαζομένων. Το Πολυτεχνείο – η κορυφαία αυτή μάχη
της νεολαίας - δεν ήταν παρά η βαρομετρική ένδειξη της αλλαγής του κοινωνικού
κλίματος και του ταξικού συσχετισμού.
Η
χούντα, νοιώθοντας το έδαφος να τρέμει, προσπάθησε με μια θεαματική εξωτερική επιτυχία
(όπως ο Γκαλτιέρι στα Φόκλαντ) να παρατείνει τη ζωή της. Επιχείρησε το
πραξικόπημα του Σαμψών στην Κύπρο με στόχο την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα. Τα
σχέδιά της όμως ναυάγησαν χάρις στην ένοπλη ηρωική αντίσταση των Κυπρίων και
δημιουργήθηκε μια κατάσταση αστάθειας και αβεβαιότητας που μπορούσε να
εξελιχτεί σ’ εξέγερση ή εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους. Τότε η
τούρκικη αστική τάξη και η κυβέρνηση Ετσεβίτ άρπαξαν την ευκαιρία για να δώσουν
διέξοδο στα δικά τους εσωτερικά προβλήματα και με τις ευλογίες των ΗΠΑ και του
ΝΑΤΟ κατάφεραν μια σίγουρη στρατιωτική νίκη, με το πρόσχημα της ανάγκης
σταθεροποίησης στο νησί.
Η επέμβαση
αυτή βρήκε απήχηση στον τουρκοκυπριακό πληθυσμό, που αντιμετώπισε με δέος το
πραξικόπημα του Σαμψών και την απειλή των φασιστικών συμμοριών, οι οποίες
επανειλημμένα είχαν δολοφονήσει Τουρκοκύπριους αγωνιστές και γυναικόπαιδα. Η
επέμβαση αυτή μπορεί να σταμάτησε κάθε πιθανότητα εξέγερσης στην Κύπρο, αλλά
επιτάχυνε την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα, που δεν τόλμησε καν να οπλίσει
τους επιστρατευμένους Έλληνες φαντάρους.
Η πτώση
της δικτατορίας άνοιξε μια νέα επαναστατική περίοδο στη χώρα μας, ανάλογη μ’
αυτή της Ισπανίας το 1931 μετά την πτώση του δικτάτορα Πρίμο Ντε Ριβέρα, με
αυτή της περιόδου που ακολούθησε την Μικρασιατική καταστροφή το 1923 και με
εκείνη μετά την αποχώρηση των Γερμανών το 1944. «Η κατάρρευση της χούντας
δημιούργησε ένα απόλυτο κενό εξουσίας. Τις στιγμές εκείνες όλα ήταν δυνατά. Θα
μπορούσαμε να εμπλακούμε σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο που θα προκαλούσαν οι ανταγωνισμοί
για την κατάληψη της εξουσίας ή και για την εκκαθάριση λογαριασμών. Θα μπορούσε
δηλαδή να γίνει κάτι ανάλογο με αυτό που έγινε το 1944 μετά την απελευθέρωση». (ΔΗΛΩΣΗ Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ : 25-7-1984).
Τα
συμπεράσματα της αστικής τάξης ξαφνιάζουν αν τα συγκρίνει κανείς με τα λόγια
και τις πράξεις των ρεφορμιστών ηγετών, που δεν κουράζονται ν’ αποδεικνύουν το ..αδύνατο
της επανάστασης. «Τα ισχυρότερα ιστορικά
κλονίσματα» έγραφε ο Τρότσκι «είναι
οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις. Ακριβώς για το λόγο αυτό η εργατική τάξη συχνά
καταλαμβάνεται εξ’ απρόοπτου από τον πόλεμο και την επανάσταση. Αλλά ακόμα και
στις περιπτώσεις όπου η παλιά ηγεσία έχει αποκαλύψει την εσωτερική διαφθορά
της, η τάξη δεν μπορεί να παρουσιάσει αμέσως μια νέα ηγεσία, ιδιαίτερα αν δεν
έχει κληρονομήσει από την προηγούμενη περίοδο ισχυρά επαναστατικά στελέχη,
ικανά να χρησιμοποιήσουν και να στηριχτούν πάνω στην κατάρρευση της παλιάς
ηγεσίας».
Αν
υπήρχε ένα επαναστατικό κόμμα εκείνη την περίοδο, η ελληνική επανάσταση θα
μπορούσε να είχε νικήσει και ν’ αλλάξει την πορεία των γεγονότων στην
Πορτογαλία, την Ισπανία και στην Ευρώπη ολόκληρη. Όμως, η ηγεσία του ΚΚΕ, στ’
όνομα του «αντιφασιστικού» αγώνα, ακολούθησε και κατά τη διάρκεια της
δικτατορίας την ίδια εγκληματική πολιτική της ουράς των αστών πολιτικών και
οδήγησε το εργατικό κίνημα στην ήττα και το ΚΚΕ στην διάσπαση του 1968. Η
αστική τάξη – που είδε ξανά «το χάρο με τα μάτια της» - κατόρθωσε συσπειρωμένη
(Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, Καραμανλής-Μαύρος) να συνέλθει και ν’
ανασυνταχτεί. Ήταν όμως αδύνατη για να γυρίσει αποφασιστικά το ρολόι της
ιστορίας προς τα πίσω.
Η
δύναμη του εργατικού κινήματος, η αδυναμία της αστικής τάξης, η βαθιά κρίση του
ελληνικού καπιταλισμού και η έλλειψη ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος είναι
οι κύριοι παράγοντες που συνέθεσαν μια παρατεταμένη προεπαναστατική περίοδο,
στην οποία βρέθηκε η Ελλάδα από το 1974 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του
’80.
Η νίκη
της Ν.Δ. με 54% το 1974 απέδειξε ότι δεν υπάρχει τίποτα το αυτόματο στη
διαμόρφωση της συνείδησης της εργατικής τάξης. Αντίθετα, η συνείδηση
διαμορφώνεται μ’ ένα εξαιρετικά αντιφατικό και διαλεκτικό τρόπο. Διαφορετικά
στρώματα της εργατικής τάξης φτάνουν στα σωστά συμπεράσματα, σε διαφορετικές
ιστορικές στιγμές. Αν ένας επαναστατικός παράγοντας δεν υπάρχει, μια επαναστατική
κατάσταση μπορεί να περάσει σε μια κατάσταση αδράνειας και σύγχυσης μέχρι που
οι μάζες, μέσα από τις εμπειρίες τους και ιδιαίτερα τα νέα στρώματα της
εργατικής τάξης, να ξανακινηθούν προς τ’ αριστερά.
Μη
βλέποντας οι εργάτες μια αποφασιστική εναλλακτική λύση από τις ηγεσίες της
Αριστεράς διάλεξαν τον πιο εύκολο δρόμο που θα εξασφάλιζε την «δημοκρατία»,
δηλαδή τον Καραμανλή, απέναντι στην «επιστροφή των τανκς».
Ωστόσο,
τα εκλογικά αποτελέσματα είναι πάντα μια παραμορφωμένη αντανάκλαση των διεργασιών
που συντελούνται στην κοινωνία. Η αστική τάξη παρά τη νίκη της στις εκλογές,
αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Ο Καραμανλής - η επιλογή των ΗΠΑ - απέσυρε την
Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, έκλεισε στη φυλακή τους ηγέτες της
δικτατορίας και νομιμοποίησε το ΚΚΕ. Την ίδια ώρα, για να διασφαλίσει
μακροπρόθεσμα την κυριαρχία του, ψήφισε το αντιδραστικό Σύνταγμα του 1975.
Όμως,
το πιο αποφασιστικό γεγονός που σημάδεψε τη νέα επαναστατική κίνηση του
ελληνικού εργατικού κινήματος, ήταν η γέννηση και η δημιουργία του ΠΑΣΟΚ και η
είσοδος – για πρώτη φορά μετά το 1934 – στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας, του
ζητήματος του σοσιαλισμού.
Η
γέννηση και η δημιουργία του ΠΑΣΟΚ ήταν το αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της κίνησης
των μαζών προς τα’ αριστερά, μετά την
κατάρρευση της δικτατορίας. Το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν και δεν είναι «ένα δημιούργημα
του Α. Παπανδρέου». Όπως δεν ήταν ποτέ ο ρόλος του Α. Παπανδρέου που καθόρισε
την εξέλιξη της ταξικής πάλης και την πορεία του κόμματος. Ήταν το σκληρό
χτύπημα της δικτατορίας, οι εκρηκτικές δυνάμεις που σιγά-σιγά συσσωρεύτηκαν στα
θεμέλια της κοινωνίας και η διάθεση της εργατικής τάξης και της νεολαίας για
μια ριζική αλλαγή στη ζωή τους, που μετακίνησαν τον Α. Παπανδρέου από τον χώρο
του αστικού ριζοσπαστισμού και τον έφεραν στον χώρο του κεντρισμού, επικεφαλής
ενός μαζικού αριστερού εργατικού κόμματος.
Δεν
πρέπει να καθόλου να ξεχνάμε ότι η δημιουργία του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν μεμονωμένο
φαινόμενο, όπως θέλει να πιστεύει η ηγεσία του Κινήματος. Αντίθετα, συνοδεύτηκε
σε ανάλογες συνθήκες από τη δημιουργία και τη μαζική ανάπτυξη μιας σειράς νέων
σοσιαλιστικών κομμάτων (Πορτογαλία, Ισπανία, Γαλλία, Κύπρος, κ.ά.).
Οι
γενεσιουργές αιτίες αυτού του σημαδιακού ιστορικού φαινομένου που πήρε και το
όνομα «Ευρωσοσιαλισμός», δεν ήταν οι πρωτοβουλίες ή οι διαθέσεις κάποιων
ηγετών, αλλά η ριζοσπαστικοποίηση των εργαζομένων και της νεολαίας, σαν
αποτέλεσμα της παγκόσμιας κρίσης του 1974-75 και η αδυναμία των παραδοσιακών
Κομμουνιστικών Κομμάτων να δώσουν έκφραση σε αυτή την ξαφνική στροφή της
κοινωνίας προς τ’ αριστερά. Η εγκληματική πολιτική και οι ήττες που οδήγησαν το
ΚΚΕ στη διάσπαση, η στενή σύνδεση του ΚΚΕ με την πρώην ΕΣΣΔ, η δεξιά
ρεφορμιστική πολιτική του ΚΚΕ (εσωτ.), που έφτασε να προτείνει
«αντιδικτατορική» ενότητα με τον Καραμανλή και η γραφειοκρατική λειτουργία
τους, δεν τους επέτρεπαν να συγκινήσουν τους νέους πρωτοπόρους εργάτες, τη
νεολαία και τα πλατειά στρώματα του πληθυσμού.
Τα νέα
αυτά σοσιαλιστικά κόμματα, παρά τις ιδιορρυθμίες τους, ακολούθησαν ένα γενικά
παρόμοιο ρυθμό ανάπτυξης και πορείας, με αποτέλεσμα λίγα μόλις χρόνια μετά
τη δημιουργία τους, τέσσερα από τα
πέντε κόμματα να γίνουν κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ, PSOE στην Ισπανία, Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το
Σοσιαλιστικό Κόμμα της Πορτογαλλίας).
Η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές του
1974 συνοδεύτηκε από το ξεκίνημα μιας τεράστιας εφόδου του εργατικού κινήματος,
της αγροτιάς και της νεολαίας για να πάρουν πίσω αυτά που έχασαν στα 7 χρόνια
της δικτατορίας. Ένα μεγάλο απεργιακό κύμα σάρωσε την χώρα. Οι απεργοί από
352.000 το 1975, έφτασαν τους 1.289.000 το 1976. Κύριο χαρακτηριστικό της
περιόδου ήταν οι απεργίες διαρκείας (πάνω από 1 μήνα), με πιο σημαντική την
πολιτική πανελλαδική απεργία του Μάη, ενάντια στον «Νόμο 330». Οι οργανώσεις
των εργατών και οι κατακτήσεις τους δεν χαρίστηκαν από κανέναν, χτίστηκαν μέσα
από σκληρούς αγώνες και μάχες.
Αυτό το
προχώρημα του εργατικού κινήματος αντανακλάστηκε σε οργανωτικό επίπεδο με τη
δημιουργία των εργοστασιακών σωματείων
– «την σιδερένια γροθιά του εργατικού κινήματος». Τα γεγονότα της «ΑΜΙΑΝΤΙΤ»,
της «ΚΕΡΑΦΙΝΑ», της «ΘΕΣΣΑΛΙΚΗΣ» και η δημιουργία των Συντονιστικών Επιτροπών
κατά κλάδο, πόλη και περιφέρεια – μια εμβρυακή μορφή σοβιέτ - επιβεβαίωσαν την
προεπαναστατική περίοδο και τη δύναμη του εργατικού κινήματος.
Όλη αυτή την περίοδο, οι ηγεσίες
της Αριστεράς αρνούνταν να συντονίσουν και να ενώσουν τους αγώνες του εργατικού
κινήματος πανελλαδικά και κρύβονταν πίσω από το πρόσχημα ότι την ΓΣΕΕ και τα
βασικά Εργατικά Κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιά) τα έλεγχε η Δεξιά. Όμως,
παρά τη διάσπαση, τον κατακερματισμό και την αδυναμία της ηγεσίας του, το
εργατικό κίνημα συνέχισε την επίθεση του με μια αντοχή και διάρκεια, που όμοιά
της σπάνια συναντάμε στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.
Σε
αποφασιστικούς αγώνες κινήθηκε και η αγροτιά, που αυθόρμητα από τη μια μέχρι
την άλλη άκρη της χώρας προχώρησε στη δημιουργία προλεταριακών μορφών οργάνωσης
– των «Αγροτικών Συλλόγων» - παραμερίζοντας ελεγχόμενους από τη Δεξιά
και τις Τράπεζες Συνεταιρισμούς.
Τρία
χρόνια μετά, το 1977, η «πανίσχυρη» κυβέρνηση του 54%, φοβούμενη ότι θα έχανε
τον έλεγχο, κατέφυγε σε πρόωρες εκλογές, συγκέντρωσε μόνο το 42% των ψήφων και ξαναβγήκε χάρις στο εκλογικό
σύστημα. Την ίδια ώρα το ΠΑΣΟΚ διπλασίαζε τις δυνάμεις του, φτάνοντας στο 25%.
Παράλληλα, η κοινωνική πόλωση που βάθαινε, εξαφάνισε ουσιαστικά τα Κόμματα του
Κέντρου, μιας και τα μικροαστικά στρώματα άρχισαν να κινούνται προς τ’
αριστερά.
Η
κυβέρνηση του 42% κατόρθωσε να εξαντλήσει τη τετραετία και να χτυπήσει σκληρά
το εργατικό κίνημα εξαιτίας της πολιτικής του «ήπιου κλίματος», το οποίο
επέβαλε η ηγεσία των κομμάτων της Αριστεράς. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση
ήταν η δημιουργία και η διάλυση των ΣΑΔΕΟ τον Σεπτέμβρη του 1979, μπρος στο
φόβο της επιτυχίας που είχε η συγκέντρωση που κάλεσαν και τα καθήκοντα της
συντονισμένης μάχης ενάντια στη Δεξιά που τέθηκαν σ’ αυτή.
Όταν η
κυβέρνηση της Ν.Δ. αποφάσισε να περάσει σκληρά στην επίθεση, το εργατικό κίνημα
διπλασίασε την μαχητικότητά του φτάνοντας τους απεργούς σε 3.000.000! Παρά τα
ΜΑΤ, τα δικαστήρια, τους 15.000 απολυμένους συνδικαλιστές, τους εκατοντάδες τραυματίες,
η εργατική τάξη συνέχισε να δίνει σκληρές μάχες. Στην επέτειο για τα 10 χρόνια (;;;)
της «Δημοκρατίας», η Αθήνα έζησε μια κατάσταση μισοεξέγερσης, όταν πάνω από
80.000 νεολαίοι και εργάτες έδιναν
μάχες όλη μέρα στα οδοφράγματα, αντιμετωπίζοντας όχι μόνο δακρυγόνα, αλλά και
σφαίρες. Χρειάζεται να μνημονεύσουμε επίσης τις τρομερές μάχες των οικοδόμων
και την κατάσταση πολιορκίας στο «ΜΑΔΕΜ-ΛΑΚΟ» με τους εργάτες με τους δυναμίτες
μέσα στις στοές.
Τα
σκληρά χτυπήματα της Ν.Δ. ενάντια στους εργάτες δεν έσωσαν την Δεξιά, γιατί οι
ήττες λειτούργησαν σαν μαστίγιο που ριζοσπαστικοποίησε και πολιτικοποίησε ακόμα
περισσότερο τις μάζες. Έτσι την «επιτυχία» της να παρατείνει τη ζωή της, την
πλήρωσε με την σκληρή ήττα το 1981. Ήταν τα 15 εκατ. απεργών από το 1974 μέχρι
το 1981 (η εργατική τάξη αριθμούσε μόνο 1,5 εκατ.), που επέβαλαν την κυβέρνηση
του ΠΑΣΟΚ και αποκάλυψαν τη δύναμη του κινήματος σαν τον πιο αποφασιστικό
παράγοντα στις εξελίξεις.
|