|
Σελίδα 8 από 8
Η προεπαναστατική κατάσταση στη
χώρα μας εξελίχθηκε στη βάση της βαθιάς κρίσης του ήδη αδύναμου και εξαρτημένου
ελληνικού καπιταλισμού. Βασικό στοιχείο της κρίσης, ήταν η απειλητική τάση
αποβιομηχανοποίησης της οικονομίας, που ξεκίνησε το 1974. Οι επενδύσεις στη
βιομηχανία το 1983 (σε σταθερές τιμές) ήταν μόνο 12 δις δρχ, χαμηλότερες και
από το 1972 (13 δις). Οι Έλληνες βιομήχανοι δεν έκαναν – ούτε και τώρα κάνουν -
νέες επενδύσεις. Προτιμούν να παίζουν τα κέρδη τους στα χρηματιστήρια ή να τα
διασφαλίζουν στις Τράπεζες της Ελβετίας, παρά να επενδύσουν στα εργοστάσιά τους
στην Ελλάδα. Έκφραση αυτής της κατάστασης τη 10ετία του ’80 ήταν το φαινόμενο
της μαζικής χρεοκοπίας και το κλείσιμο εκατοντάδων βιομηχανικών επιχειρήσεων
(ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ), οι οποίες χρωστούσαν στις κρατικές τράπεζες πάνω από 300 δις
δρχ.
Η είσοδος της χώρας στην ΕΟΚ το
1981 και η γρήγορη κατάργηση των δασμών άνοιξαν το δρόμο στα προϊόντα της ΕΟΚ,
μ’ αποτέλεσμα να επιταχυνθεί η χρεοκοπία της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία δεν
μπορούσε ν’ ανταγωνιστεί τα ευρωπαϊκά προϊόντα.
Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση
σηματοδότησε μια νέα ιστορική περίοδο. Σε αυτή την Ελλάδα που γνωρίσαμε στις
προηγούμενες σελίδες, δηλαδή, της «βίας και νοθείας», των συνεχών επεμβάσεων
του κράτους, το εργατικό κίνημα ανέβασε στην κυβέρνηση ένα Σοσιαλιστικό Κόμμα,
έστω ρεφορμιστικό. Οι ρεφορμιστές δεν κουράζονται ν’ «αποδεικνύουν» την
ανωριμότητα των συνθηκών και ιδιαίτερα της εργατικής τάξης. Μ’ έναν συνειδητό
τρόπο προσπαθούν να κάνουν την εργατική τάξη να μην καταλάβει τη δύναμή της. Η
νίκη όμως, του ΠΑΣΟΚ άνοιξε το δρόμο για το εργατικό κίνημα, παρά και ενάντια
στη θέληση της ηγεσίας του.
Για πρώτη φορά στην ιστορία του
ελληνικού εργατικού κινήματος, η Αριστερά παίρνει 60%. Ένα ποσοστό ρεκόρ και
για το παγκόσμιο εργατικό κίνημα. Για πρώτη φορά μετά από 64 χρόνια όλα τα
Εργατικά Κέντρα της χώρας είναι στα χέρια της Αριστεράς. Οι Ομοσπονδίες, τα
Εργοστασιακά Σωματεία, οι Δήμοι, ακόμα και οι Κοινότητες είναι στα χέρια της
Αριστεράς στην συντριπτική τους πλειοψηφία.
Το ποσοστό οργάνωσης του εργατικού
κινήματος έφτασε σε ποσοστό ρεκόρ στη μέχρι τότε ιστορία του (600.000
εργαζόμενοι οργανωμένοι). Είναι αξιοσημείωτο ότι στις 500 μεγαλύτερες
επιχειρήσεις – που ελέγχουν όλη την οικονομική ζωή της χώρας - το ποσοστό
οργάνωσης στα εργοστασιακά Σωματεία έφτασε στο 90-100% και μάλιστα κάτω από τον
έλεγχο της Αριστεράς. Για τους ηγέτες της Αριστεράς, τους διανοούμενους και
τους τεχνοκράτες, όλα αυτά ήταν μόνο αριθμοί. Δεν κατάλαβαν, την τεράστια
επαναστατική δύναμη που κρύβεται πίσω από τα νούμερα της οργάνωσης και τους
αριθμούς των απεργών, την τεράστια
εκπαιδευτική και επαναστατική σημασία μιας απεργίας και τον ρόλο που αυτή
παίζει στο να αισθανθούν οι εργάτες σαν τάξη. Η συμμετοχή στην απεργία, η
ένταση, η σύγκρουση με τον εργοδότη και με το κράτος, οι κίνδυνοι και οι
φρουρές, σφίγγουν τους δεσμούς της τάξης, αναπτύσσουν την συνείδησή της, την
σκληραίνουν και την εκπαιδεύουν.
«Κάθε απεργία ξυπνάει στους εργάτες την ανάγκη του σοσιαλισμού» έγραφε ο Λένιν το 1889. Οι μικρές
απεργίες προετοιμάζουν τις μεγάλες απεργίες. Και η κίνηση των νέων, φρέσκων
στρωμάτων της εργατικής τάξης είναι ο προάγγελος της κίνησης των βαριών
μεραρχιών του προλεταριάτου. Και μέσα σε αυτές τις μάχες η τάξη δοκιμάζει τους
παλιούς ηγέτες της και το κυριότερο εκπαιδεύει και ατσαλώνει νέους. Αυτό το
στρώμα των νέων εργατών, αυτοί οι νέοι
εργάτες που έδωσαν το παρόν σε όλες τις μάχες χωρίς να μιλάνε πολλές φορές,
αυτές οι νέες εργάτριες που έδωσαν την ψυχή τους και αίμα τους είναι το αλάτι
της γης. Είναι το υλικό που πάνω θα μπορούσαν να ξαναζωντανέψουν και να
χτιστούν οι πιο επαναστατικές παραδόσεις του ελληνικού εργατικού κινήματος και
οι ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού.
Τα συνθήματα που υιοθέτησε το
εργατικό κίνημα αυτή την περίοδο ήταν τα πιο προχωρημένα στην ιστορία του: «Κοινωνικοποίηση», «Αυτοδιαχείριση»,
«Εθνικοποίηση», «Εργατικός Έλεγχος». Το εργατικό κίνημα ήταν ώριμο και
παντοδύναμο. Η ηγεσία του όμως ήταν ξανά ανώριμη.
Μια ακόμα ένδειξη των τεράστιων
ευκαιριών αυτής της περιόδου για την δημιουργία ενός μαζικού επαναστατικού
κόμματος ήταν το γεγονός ότι το εργατικό κίνημα υιοθέτησε αυτά τα συνθήματα
παρά και ενάντια στην θέληση της ηγεσίας του. Κάτι που έδειξε την αναζήτηση
μιας άλλης εναλλακτικής πολιτικής λύσης, μιας άλλης ηγεσίας. Παρά την
«ανάπαυλα» που ακολούθησε την νίκη του ΠΑΣΟΚ, το εργατικό κίνημα δεν σταμάτησε.
Το βάθεμα της κρίσης και η χρεοκοπία του ελληνικού καπιταλισμού το έσπρωξαν
ξανά στον αγώνα για να κάνει πράξη τις υποσχέσεις που του έδωσαν.
Η εξέλιξη των απεργιών έδειξε μ’
έναν ανάγλυφο τρόπο την κίνηση της συνείδησης του εργατικού κινήματος.
Χρειάζεται να μάθουμε να τη διαβάζουμε. Το έτος 1981 ο αριθμός των απεργών
πέφτει από τα 3.000.000 περίπου στα 1.300.000. Το κίνημα άφησε τις απεργίες στα
εργοστάσια και τις επιχειρήσεις για να δώσει την μάχη σε πολιτικό επίπεδο.
Συγκέντρωσε τις δυνάμεις του στο συγκεκριμένο στόχο, με την αυταπάτη ότι με
κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ θα εξασφάλιζε τη λύση των προβλημάτων του. Το κίνημα έδωσε
περιθώρια ανοχής στη νέα κυβέρνηση. Το 1982 ο αριθμός των απεργών έπεσε στους
825.000 (ο μικρότερος αριθμός στα τελευταία 7 χρόνια), για ν’ ανέβει όμως, ξανά
τον επόμενο χρόνο στους 1.687.000 και να φτάσει μόνο το Α΄ τετράμηνο του 1984
στους 1.623.000, καταφέρνοντας να σπάσει την εισοδηματική πολιτική που υπέγραψε
η ΓΣΕΕ.
Το εργατικό κίνημα μέσα στη βαθιά
κρίση του ελληνικού καπιταλισμού ανακάλυπτε τα αδιέξοδα της πολιτικής της
κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και απέρριπτε τις ανέλπιστες ρεφορμιστικές προσδοκίες των
ηγετών του, προσπαθώντας να πάρει στα χέρια την λύση των προβλημάτων του.
Η πολιτική του ΠΑΣΟΚ από την αρχή
της εξουσίας του παρέπαιε πότε εδώ, πότε εκεί, σαν φελλός στα κύματα, από
αδιέξοδο σε αδιέξοδο, ανίκανη να δώσει λύση είτε στα προβλήματα των αστών, είτε
στα προβλήματα της εργατικής τάξης.
Κορυφαίο παράδειγμα του αντεπαναστατικού
ρόλου των ρεφορμιστών και σταλινικών ηγετών ήταν η αισχρή συμφωνία που έσπευσε
να υπογράψει η ΓΣΕΕ το 1984 και ο ρόλος φρένου που έπαιξαν για να γλιτώσουν
τους αστούς, από την επέλαση του εργατικού κινήματος.
Το ΠΑΣΟΚ στις προγραμματικές του
δηλώσεις υποσχέθηκε ότι δεν θα κάνει κοινωνικοποιήσεις, αναγκάστηκε, όμως, κάτω
από την πίεση των εργατών και την χρεοκοπία της βιομηχανίας, να προχωρήσει σε
τέτοια μέτρα, ώστε ο δημόσιος τομέας το 1984 ν’ αποτελεί το 47% των παγίων της
βιομηχανίας από το 6% που είχε το 1981!
Όπως ο ενθουσιασμός για την
δημιουργία του ΠΑΣΟΚ και την αριστερή πολιτική της ηγεσίας του την πρώτη
περίοδο (1974-75) είχε δημιουργήσει τεράστιες αυταπάτες για τον ρόλο του
κόμματος, έτσι και την περίοδο 1981-85 η γρήγορη δεξιά στροφή της κυβέρνησης
άρχισε να δημιουργεί σοβαρή απογοήτευση και σύγχυση για τον χαρακτήρα και την προοπτική του. Δεν
θα πρέπει να ξεχάσουμε καθόλου ότι η περίοδος των σκληρών εσωκομματικών
συγκρούσεων του 1976 και της ήττας της Αριστεράς μέσα στο κόμμα, οδήγησε και
τότε πολλούς αριστερούς αγωνιστές της βάσης να βγάλουν εμπειρικά το συμπέρασμα
ότι το ΠΑΣΟΚ ξέφυγε πια από την σοσιαλιστική πορεία του και έγινε μικροαστικό ή
ακόμα και αστικό κόμμα, που θα διαλυόταν. Με αποτέλεσμα χιλιάδες μέλη ν’
αποχωρήσουν ή όσοι διαγράφτηκαν, να διακόψουν κάθε σχέση με το Κίνημα.
Η Τάση μας ήταν η μόνη μέσα στο
ΠΑΣΟΚ που κατόρθωσε ειδικά την δύσκολη εκείνη περίοδο να διατηρήσει τον
προσανατολισμό της προς το Κίνημα και να προβλέψει από τότε την άνοδο του ΠΑΣΟΚ
στην κυβέρνηση. Και αυτό χάρις στην κατανόηση των προοπτικών της εξέλιξης της
ταξικής πάλης στη χώρα και παγκόσμια, την κατανόηση της αριστεροποίησης της
κοινωνίας και στη γνώση του κεντριστικού χαρακτήρα που είχε το ΠΑΣΟΚ από τη
δημιουργία του.
Το ΠΑΣΟΚ από τη δημιουργία του
προσέλκυσε στις γραμμές του ποικίλα στοιχεία και στρώματα, που το καθένα
μετέφραζε τις γενικές αρχές της «Διακήρυξης της 3ης Σεπτέμβρη», όπως
αυτό ήθελε. Έτσι, λοιπόν, προσχώρησαν στο ΠΑΣΟΚ μικροαστοί καριερίστες και
αστοί φιλελεύθεροι, πολιτικοί της «Ενωσης Κέντρου», εργάτες, αγρότες, νεολαίοι
και αριστεροί αγωνιστές που είδαν στο ΠΑΣΟΚ μέσα από την αυτοοργάνωση, τη
δυνατότητα να διαμορφώσουν ένα πραγματικό σοσιαλιστικό και μαρξιστικό κόμμα.
Αυτός είναι και ο λόγος που η εσωκομματική πάλη στο ΠΑΣΟΚ ξεκίνησε αμέσως με τη
δημιουργία του.
Την πρώτη περίοδο της ίδρυσής του, όπου οι μάζες μετά την πτώση της
δικτατορίας κινήθηκαν πολύ γρήγορα προς τ’ αριστερά, για να ριζώσει και ν’
αναπτυχθεί το ΠΑΣΟΚ ως ένα νέο κόμμα, χρειαζόταν να εκφραστεί αριστερά και
μάλιστα αριστερότερα από το παραδοσιακό ΚΚΕ, γιατί αλλιώς δεν θα είχε λόγο
ύπαρξης. Ήταν λοιπόν μέσα σε αυτές τις συνθήκες που ο Α. Παπανδρέου σπρώχτηκε
να εκφράσει την ριζοσπαστική διάθεση των
εργαζομένων για ριζική αλλαγή στη ζωή τους, καθώς και την πάλη της αριστερής
βάσης μέσα στο κόμμα, ενάντια στον αστικό παλαιοκομματισμό. Μάλιστα, η αριστερή
αυτή πορεία του κόμματος και της ηγεσίας, έφθασε γρήγορα ν’ αναδείξει το ΠΑΣΟΚ
την περίοδο αυτή, σαν το πιο αριστερό σοσιαλιστικό κόμμα της Ευρώπης.
Ωστόσο, η αναγνώριση του μαρξισμού
και η υιοθέτηση μιας σειράς αριστερών θέσεων και εκτιμήσεων στα εθνικά
ζητήματα, την οικονομία και το κράτος δεν σήμαινε βέβαια ότι η ηγεσία του
Κινήματος και το κόμμα έγιναν από τη μια στιγμή στην άλλη, επαναστάτες και
μαρξιστές. Γιατί οι θέσεις αυτές δεν ήταν αποτέλεσμα της κατανόησης της
επαναστατικής πάλης της εργατικής τάξης και του μαρξισμού, όπως εκφράστηκε
επιστημονικά από τους Μάρξ, Εγκελς, Λένιν και Τρότσκι, αλλά μια εμπειρική και
εκλεκτική επιλογή ορισμένων μαρξιστικών θέσεων, σε συνδυασμό με μια σειρά
ρεφορμιστικές θεωρίες (όπως της «μητρόπολης και περιφέρειας», του «ειρηνικού
περάσματος» και των «μη προνομιούχων»). Έτσι το ΠΑΣΟΚ από την ίδρυσή του
σχηματίστηκε και αναπτύχθηκε σαν ένα κεντριστικό κόμμα.
Ο κεντρισμός είναι μια εργατική
ιδεολογία (όπως και ο ρεφορμισμός) που αντανακλά την κίνηση της εργατικής τάξης
από τον ρεφορμισμό προς τον μαρξισμό και αντίστροφα. Εκφράζει με μια
επαναστατική φρασεολογία τα επαναστατικά συμπεράσματα που βγάζει η εργατική
τάξη εμπειρικά μέσα από την πάλη της. Την ίδια ώρα όμως προσαρμόζεται στις
κοινοβουλευτικές και ρεφορμιστικές αυταπάτες των εργαζομένων και μ’ ένα
μικροαστικό τρόπο προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα ταξικά συμφέροντα.
Αυτό φαίνεται κύρια στον ρεφορμιστικό τρόπο αντιμετώπισης του καίριου
ζητήματος, δηλαδή της κατάκτησης της εξουσίας (κοινοβουλευτική αλλαγή, ειρηνικό
πέρασμα) καθώς και στην βαθιά υποτίμηση του αποφασιστικού και πρωτοπόρου ρόλου
της εργατικής τάξης.
Ο κεντριστής ηγέτης μπορεί εύκολα
να λέει μεγάλα και επαναστατικά λόγια όσο βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Όσο όμως
το εργατικό κίνημα τον σπρώχνει προς την κυβέρνηση είναι υποχρεωμένος πια να
κινηθεί είτε προς την κατάληψη της εξουσίας και σπάσιμο με τον καπιταλισμό,
είτε να γυρίσει πίσω και να γίνει υπηρέτης του καπιταλισμού. Όταν λοιπόν το
ΠΑΣΟΚ άρχισε να εδραιώνεται στη συνείδηση των εργαζομένων, ν’ αναπτύσσεται
γρήγορα και να παίζει ένα σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, τότε η
επαναστατική φρασεολογία της ηγεσίας άρχισε σιγά-σιγά να μετατρέπεται σε
«ρεαλισμό».
Η διαγραφή της Αριστεράς το 1976
και η επικράτηση στην ηγεσία της συμμαχίας των παλαιοκομματικών,
σοσιαλδημοκρατών και παπανδρεϊκών,
άνοιξε πια το δρόμο για την πιο γρήγορη κίνηση της πολιτικής του Κινήματος από
τον αριστερό κεντρισμό της πρώτης περιόδου στον δεξιό κεντρισμό την περίοδο
1976-77, στον αριστερό ρεφορμισμό της περιόδου 1978-82 και τελικά στον δεξιό
ρεφορμισμό, την λιτότητα και τις αντιμεταρρυθμίσεις.
Ο ρεφορμισμός όμως που προσπαθεί
να «εκσυγχρονίσει» και να «νοικοκυρέψει» τον καπιταλισμό σε μια περίοδο κρίσης,
είναι γρήγορα αναγκασμένος από την ίδια τη λογική του συστήματος να προσπαθήσει
να περάσει σε αντιμεταρρυθμίσεις και λιτότητα σε βάρος της εργατικής τάξης.
Είναι υποχρεωμένος να έρθει σε σύγκρουση με τους εργαζόμενους και να φθάσει
μέχρι την ανοιχτή προδοσία των συμφερόντων τους (Σοσιαλδημοκρατία –
σταλινισμός).
Ωστόσο, ο ταξικοί και πολιτικοί
χαρακτηρισμοί πάντα είχαν μια ιδιαίτερη σημασία για τους μαρξιστές. Ο
ρεφορμισμός, όπως ο κεντρισμός, ο σταλινισμός και οι διάφορες αποχρώσεις του,
είναι ιδεολογίες του εργατικού κινήματος που αντανακλούν την επιρροή των
αστικών ιδεών του καπιταλιστικού συστήματος και τα συμφέροντα προνομιούχων
στρωμάτων των εργαζομένων ή μικροαστικών στρωμάτων. Βασιζόμενοι σ’ αυτή την
ανάλυση λοιπόν, δεν μπορούμε να πούμε ότι το ΠΑΣΟΚ και ο Α. Παπανδρέου, όταν
μίλαγε με επαναστατικά λόγια, «κορόιδευε». Ήταν η βαθιά κρίση του καπιταλισμού,
η όξυνση της ταξικής πάλης και ο χαρακτήρας του κόμματος και της ηγεσίας του,
που τον οδήγησε ν’ ακολουθήσει αυτή την αντιφατική πορεία, δηλαδή, από τον
κεντρισμό στον ρεφορμισμό και τις αντιμεταρρυθμίσεις. Η θεωρία αυτή
επιβεβαιώνεται και από την ανάλογη πορεία των άλλων σοσιαλιστικών ηγετών και
κομμάτων στην Ευρώπη, που πήραν την εξουσία.
Όμως η ιστορία του ΠΑΣΟΚ δεν
τελειώνει εδώ, όπως δεν τελειώνει και η ιστορία του ελληνικού εργατικού
κινήματος. Νέες αλλαγές, νέες αναταράξεις προς τα δεξιά και τα αριστερά
βρίσκονται μπροστά μας, στη βάση της καταλυτικής επίδρασης της παγκόσμιας
ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού πάνω στον αδύναμο ελληνικό καπιταλισμό.
Η ιστορία του ελληνικού
καπιταλισμού δείχνει ότι είναι οργανικά ανίκανος να αναπτύξει αποφασιστικά τις
παραγωγικές δυνάμεις και να λύσει τα βασικά προβλήματα της κοινωνίας. Κι η
ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος αντίστοιχα, φανερώνει διαχρονικά τον
ηρωικό και μαχητικό του χαρακτήρα, που είναι καταδικασμένο να τον αποδεικνύει
ξανά και ξανά. Χρέος μας είναι, αφομοιώνοντας τα διδάγματα που βγαίνουν από την
πλούσια σε θυσίες αλλά και προδοσίες ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος,
να αγωνιστούμε μέσα στις μαζικές οργανώσεις και τα κόμματά του, για τη
δημιουργία μιας μαρξιστικής ηγεσίας, ικανής να οδηγήσει τον αγώνα του μέχρι την
τελική νίκη και το χτίσιμο μιας πραγματικά σοσιαλιστικής κοινωνίας.
<< Αρχική < Προηγ. 1 2 3 4 5 6 7 8 Επόμ. > Τελευταία >> |