ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ
Έχουν γραφεί πολλές ανοησίες για το περίφημο Β’ Συνέδριο
του Ρώσικου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (RSDLP) το 1903, χωρίς
καμία από αυτές να εξηγεί τους πραγματικούς λόγους της διάσπασης.
Κάθε επαναστατικό κόμμα έχει να περάσει μέσα από ένα
μεγάλο στάδιο προπαγανδιστικής δουλειάς και κτισίματος στελεχών. Αυτή η
περίοδος, φέρνει αναπόφευκτα μια σειρά μεθόδων που, σε μια χρονική περίοδο,
μπορεί γίνουν εμπόδιο στη μετατροπή σ’ ένα μαζικό κόμμα. Εάν το κόμμα
αποδειχθεί ανίκανο να αλλάξει αυτές τις μεθόδους, όταν αλλάξει η αντικειμενική
κατάσταση, τότε γίνεται μια συντηρητική σέχτα.
Στο Β’ Συνέδριο η μάχη ανάμεσα στις δύο πτέρυγες της «Ίσκρα»
έπιασε τους πάντες εξ’ απήνης, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ήσαν άμεσα
εμπλεκόμενοι. Ξέσπασε λόγω της σύγκρουσης ανάμεσα στη θέση του Λένιν για τη
συγκρότηση ενός επαναστατικού κόμματος με μεγάλο βαθμό πειθαρχίας και δραστηριότητας
και σε αυτή των μελών της ομάδας «Εργατική Χειραφέτηση», οι οποίοι ένιωθαν
άνετα στη ρουτίνα τους και δεν έβλεπαν την ανάγκη για καμιά αλλαγή. Αυτοί
υποβάθμιζαν τη θέση του Λένιν σε προϊόν της προσωπικότητάς του και της επιθυμίας
του τάχα, να είναι στο επίκεντρο της προσοχής, καθώς και σε δήθεν
βοναπαρτιστικές και υπεραριστερές τάσεις που υποτίθεται ότι τον διέκριναν.
Γενικά μιλώντας, είναι ιστορικός νόμος ότι οι
μικροαστικές τάσεις είναι οργανικά ανίκανες να ξεχωρίζουν τα πολιτικά, από τα
προσωπικά ζητήματα. Έτσι, όταν ο Λένιν για εντελώς δικαιολογημένους λόγους
πρότεινε την αποπομπή των Άξελροντ, Ζασούλιτς και Ποτρέσωφ από τη Συντακτική
Επιτροπή της «Ίσκρα», αυτοί το πήραν ως προσωπική προσβολή και δημιούργησαν
σκάνδαλο. Δυστυχώς, τα «παλιά» στελέχη κατάφεραν να εντυπωσιάσουν τον Τρότσκι,
ο οποίος, όντας νεαρός και «εύκαμπτος», δεν κατάλαβε την κατάσταση και
αποδέχθηκε την αξία των κατηγοριών που έκαναν οι Άξελροντ, Ζασούλιτς και οι
άλλοι.
Η αποκαλούμενη «μαλακή» τάση που αντιπροσωπεύονταν από το
Μαρτώφ, βγήκε ως μειοψηφία και μετά το Συνέδριο αρνήθηκε να ακολουθήσει τις
αποφάσεις του ή να λάβει μέρος στην Κεντρική Επιτροπή ή στη Συντακτική
Επιτροπή. Όλες οι προσπάθειες του Λένιν να βρεθεί μία συμβιβαστική λύση μετά το
Συνέδριο απότυχαν εξαιτίας της άρνησης της μειοψηφίας.
Ο Πλεχάνωφ, που στο Συνέδριο είχε υποστηρίξει το Λένιν,
αποδείχθηκε ανίκανος να αντισταθεί στις πιέσεις των παλιών του συντρόφων και
φίλων. Στο τέλος, αρχές του 1904, ο Λένιν κατέληξε ότι έπρεπε να οργανώσει
«επιτροπές πλειοψηφίας» (Μπολσεβίκοι) για να διασώσει κάτι από τα συντρίμμια
του Συνεδρίου. Η διάσπαση του κόμματος είχε γίνει ένα τετελεσμένο γεγονός.
Αρχικά ο Τρότσκι είχε υποστηρίξει τη μειοψηφία ενάντια
στο Λένιν. Αυτό είχε οδηγήσει στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι ο Τρότσκι ήταν ένας
«Μενσεβίκος». Όμως, στο Β’ Συνέδριο, ο Μπολσεβικισμός και ο Μενσεβικισμός δεν
είχαν εμφανισθεί ως ξεκάθαρα καθορισμένες πολιτικές τάσεις. Μόνο ένα χρόνο
αργότερα, το 1904, άρχισαν να εμφανίζονται οι βαθιές πολιτικές διαφορές ανάμεσα
στις δύο τάσεις, και δεν είχαν σε τίποτα να κάνουν με το ζήτημα του
«συγκεντρωτισμού» ή του «μη συγκεντρωτισμού».
Οι διαφορές αυτές ήταν για βασικά ζητήματα-διλήμματα που
αντιμετώπιζε η επανάσταση όπως «συνεργασία με τους φιλελεύθερους αστούς ή
ταξική ανεξαρτησία». Αμέσως μόλις εμφανίσθηκαν οι αληθινές πολιτικές διαφορές,
ο Τρότσκι «έσπασε» με τους Μενσεβίκους και παρέμεινε τυπικά ανεξάρτητος και από
τις δύο φράξιες μέχρι το 1917.