ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ
Εργαζόμενοι και λαϊκά στρώματα
Πόσο ωφελούνται από την «παραγωγική» ανάπτυξη;
Οι υποστηρικτές του συστήματος που θέλουν να ωραιοποιούν τις
πολιτικές στήριξης του κεφαλαίου και οι ποικιλόμορφοι οπορτουνιστές που
υιοθετούν το σχήμα του «εξανθρωπισμένου καπιταλισμού», υποστηρίζουν ότι
μέσα από την ανοδική πορεία της οικονομίας, ωφελούνται όλες οι
κοινωνικές τάξεις
Υπάρχουν
ακόμα κάποιοι, που, σχολιάζοντας την αντιλαϊκή - αντιδραστική πολιτική
της κυβέρνησης, προβάλλουν την ένσταση ότι τα μέτρα περιορισμού των
δημοσιονομικών ελλειμμάτων, που θίγουν τις πλατιές λαϊκές μάζες, δε
συνοδεύονται από μέτρα που να στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη, μέσα
από την οποία θα μπορούσε να προκύψει όφελος για τους εργαζόμενους.
Δεν πρόκειται για πρωτοτυπία. Ανέκαθεν, οι υποστηρικτές του συστήματος,
ή εκείνοι που ήθελαν να ωραιοποιούν την κάθε αντιλαϊκή επιλογή στήριξης
του κεφαλαίου σε βάρος των εργαζομένων, υποστήριζαν ότι μέσα από την
ανοδική πορεία της οικονομίας ωφελούνται όλες οι κοινωνικές τάξεις και
τα στρώματα. Το ίδιο κάνουν και οι ποικιλόμορφοι απολογητές του
καπιταλισμού, που ο καιροσκοπισμός τους ισοδυναμεί με την υιοθέτηση του
«μικρότερου κακού» ή του «εξανθρωπισμένου καπιταλισμού».
Το
ερώτημα μπορεί να φαίνεται εύλογο: Ωφελείται ή όχι η εργατική τάξη και
οι εργαζόμενοι συνολικά, από αυτό που ονομάζουμε οικονομική ανάπτυξη,
ανοδική πορεία της οικονομίας, αύξηση του ΑΕΠ, ή όπως αλλιώς μπορεί να
μετρηθεί η οικονομική ανάπτυξη; Κερδίζουν ή όχι τα λαϊκά στρώματα από
την επενδυτική δραστηριότητα των εργοδοτών, οι οποίοι ρίχνουν τα
κεφάλαιά «τους» στην παραγωγή και σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες;
Οσοι
απαντούν καταφατικά, επικαλούνται το γνωστό σχήμα που λέει ότι όταν
πέφτουν κεφάλαια στην αγορά, αυξάνεται η παραγωγή, αυξάνονται οι θέσεις
απασχόλησης, αυξάνεται η πίτα που υπάρχει για μοίρασμα, αυξάνονται τα
εισοδήματα των εργαζομένων. Και με αυτή την αυτιστικού τύπου αλληλουχία
προσπαθούσαν πάντα, προσπαθούν και σήμερα να σβήσουν τις αγεφύρωτες
ταξικές διαφορές και τις ίδιες τις τάξεις, τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα
του συστήματος και την ίδια την εκμετάλλευση. Επιδιώκουν να πείσουν
τους εργαζόμενους ότι τελικά τα συμφέροντά τους μπορούν να
ικανοποιηθούν από κοινού με την εξασφάλιση των συμφερόντων των
κεφαλαιοκρατών.
Τα δεδομένα
Τα δεδομένα βέβαια είναι διαφορετικά. Ας δούμε ορισμένες πλευρές:
Πρώτον:
Κινητήρια δύναμη για το σύστημα είναι το καπιταλιστικό κέρδος. Το
κέρδος του κάθε ξεχωριστού καπιταλιστή και το επίπεδο των κερδών για
ολόκληρη την τάξη τους αποτελεί το κριτήριο που καθορίζει τα πάντα. Και
με αυτή την έννοια δεν καθορίζει μόνο την τάση για όλο και μεγαλύτερη
εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Προσδιορίζει με πολύ μεγάλη
ακρίβεια τα ίδια τα όρια της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Με δυο λόγια, η
όποια ανάπτυξη, η εμφάνιση δηλαδή ανοδικών ποσοστών στο ΑΕΠ της χώρας,
είναι απόλυτα εξαρτημένη και υποταγμένη στην κερδοφορία του κεφαλαίου.
Στο βαθμό που από την παραγωγική δραστηριότητα υπάρχει κέρδος για τον
κεφαλαιοκράτη θα υπάρχει παραγωγική διαδικασία. Αν για οποιοδήποτε λόγο
η παραγωγή δεν του προσφέρει το αναμενόμενο κέρδος, τότε κάνει αλλιώς
τα κουμάντα του. Αναζητά άλλες εναλλακτικές λύσεις για την κερδοφορία
του. Σε άλλους παραγωγικούς κλάδους ή σε άλλους τομείς της παραγωγής,
ενδεχόμενα να βρει διέξοδο σε άλλης μορφής οικονομική δραστηριότητα
(υπηρεσίες). Και αν όλα αυτά δεν του προσφέρουν προσοδοφόρες λύσεις,
τότε βάζει στραβά το καπελάκι του και συνεχίζει την επιχειρηματική του
δραστηριότητα εκτός συνόρων.
Δεύτερον: Εξόχως διδακτική
είναι η εμπειρία από όλα τα προηγούμενα χρόνια. Μια περίοδο που οι
κυβερνώντες (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) καυχιόνταν ότι η Ελλάδα εμφανίζει ρυθμούς
ανάπτυξης του ΑΕΠ, που καθιστούσαν τη χώρα να κατέχει πρωταγωνιστική
θέση σχεδόν σε παγκόσμιο επίπεδο. Κι όμως, μιλάμε για μια περίοδο που
μπορεί πράγματι το ΑΕΠ να εμφάνισε υψηλούς ρυθμούς ανόδου, ωστόσο αυτά
τα χρόνια σηματοδοτήθηκε το μαζικό και βίαιο ξεκλήρισμα των
μικρομεσαίων αγροτών, η τεράστια πτώση της αγροτικής παραγωγής, η
σημαντική συρρίκνωση παραδοσιακών κλάδων της βιομηχανικής μεταποίησης
(κλωστοϋφαντουργία, ένδυση, υπόδηση, έπιπλο, ναυπηγεία κλπ.).
Τρίτον: Η εμπειρία από την περίοδο των υψηλών ρυθμών ανόδου του ΑΕΠ αποδεικνύει ότι η πολυδιαφημιζόμενη ανάπτυξη (αυτή που υποτίθεται ότι θα προσφέρει οφέλη στους εργαζόμενους) «πάτησε» πάνω σε μια πολιτική γενικευμένης επίθεσης σε βάρος των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.
Απόδειξη του αποπροσανατολιστικού ρόλου που παίζουν εκείνοι που μιλούν
για «ενιαίο συμφέρον», που δήθεν έχουν οι κεφαλαιοκράτες και οι
εργαζόμενοι από τους ανοδικούς ρυθμούς της οικονομίας, είναι ακριβώς το
γεγονός ότι όλη η περίοδος των ανοδικών ρυθμών συνδυάστηκε με τις
αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις και από τη σκοπιά των εργαζομένων ήταν
περίοδος: Συνεχούς και διευρυνόμενης πολιτικής λιτότητας στα εισοδήματά
τους. Ανατροπής των εργασιακών σχέσεων. Υψηλής ανεργίας. Ελαστικών
σχέσεων εργασίας με τεράστια ποσοστά υποαπασχόλησης και ανασφάλιστης
εργασίας. Ηταν περίοδος ανατροπών στο σύστημα της Κοινωνικής Ασφάλισης
και των συντάξεων, με αύξηση των ορίων ηλικίας και μείωση των
συνταξιοδοτικών αποδοχών. Ηταν περίοδος παραπέρα εμπορευματοποίησης της
Υγείας, της Παιδείας, του Πολιτισμού. Περίοδος σημαντικής αύξησης της
φορολογικής επιβάρυνσης των μισθωτών και συνταξιούχων. Ολα τα χρόνια
της περιβόητης οικονομικής ανόδου ήταν περίοδος δανειακής υπερχρέωσης
των νοικοκυριών και έντασης της καθημερινής ανασφάλειας των λαϊκών
νοικοκυριών.
Διαρκές χάσμα
Κοντολογίς:
Το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στις τάξεις των εκμεταλλευτών και των
εκμεταλλευομένων δεν καθορίζεται από τους ρυθμούς ανάπτυξης της
οικονομίας, ούτε από το μέγεθος των επενδύσεων που κάνουν οι
καπιταλιστές. Η ίδια η ζωή και η ιστορική πείρα αποδεικνύουν ότι οι
ταξικές διαφορές ή η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, με σκοπό την
απόσπαση του επιχειρηματικού κέρδους, δεν ακολουθούν κάποια
ανάλογη-αντίστοιχη πορεία με τους οικονομικούς δείκτες. Και το βασικό: Εφόσον
η φύση του κεφαλαίου είναι η αρπαγή (η ιδιοποίηση) όλο και μεγαλύτερου
μέρους από τον πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι, η όξυνση των ταξικών
αντιθέσεων και μάλιστα η συνεχής όξυνση των αντιθέσεων αυτών αποκτά
νομοτελειακό χαρακτήρα. Με αυτή την έννοια η τάση που κυριαρχεί
στον καπιταλισμό είναι η κλιμακούμενη λεηλασία των λαϊκών εισοδημάτων,
η διαρκής μείωση των μισθών, προκειμένου να εξασφαλίζονται τα υπερκέρδη
του κεφαλαίου και μάλιστα ανεξάρτητα από την ανοδική ή μη πορεία της
οικονομίας. Μάλιστα και σε περιόδους που το λαϊκό κίνημα των
εργαζομένων καταφέρνει και αποσπά κατακτήσεις, αυτό καθόλου δε σημαίνει
ότι αμβλύνεται η εκμετάλλευση ή ότι αλλάζει η εκμεταλλευτική ουσία των
παραγωγικών σχέσεων. Ασε που ακόμα και αυτές οι κατακτήσεις αποτελούν
για το κεφάλαιο ανοιχτούς λογαριασμούς οι οποίοι κάποτε πρέπει να
κλείσουν. Οπως πάνω - κάτω γίνεται και στις μέρες μας.
Αυτοί που
μιλούν για αναπτυξιακές πολιτικές και ιδιωτικές επενδύσεις, επιδιώκουν
την εξασφάλιση περισσότερων δημόσιων πόρων για τη στήριξη των
μεγαλοεπιχειρηματιών. Δεν τους φτάνουν οι τόσοι και τόσοι «αναπτυξιακοί
νόμοι» που προσφέρουν στους επιχειρηματικούς ομίλους δωρεάν χρήμα που
αντιστοιχεί στο 60 και 70% των εμφανιζόμενων επενδύσεων. Δεν τους
φτάνει ότι το κράτος πληρώνει για τους νεοπροσλαμβανόμενους. Ούτε η
χρηματοδότηση των ασφαλιστικών εισφορών. Ούτε οι φορολογικές απαλλαγές.
Ούτε οι «συμπράξεις», από τις οποίες κάποιοι τσεπώνουν δεκάδες
δισεκατομμύρια. Ούτε οι ελαστικές μορφές απασχόλησης. Εκείνο που θέλουν
είναι παράλληλα με τα αντιλαϊκά μέτρα (εισοδηματικά,
κοινωνικοασφαλιστικά, εργασιακά) που καθιστούν την εργατική δύναμη
ακόμα πιο φτηνή, να συνεχιστεί το όργιο της δωρεάν χρηματοδότησης των
μεγαλοεπιχειρηματιών, ώστε να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος λεηλασίας του
κοινωνικού πλούτου, προκειμένου να διευκολυνθεί η κερδοφορία και
συγκέντρωση των κεφαλαίων.
Οσοι, εξ ονόματος των εργαζομένων
ασκούν κριτική στην αντιδραστική πολιτική της κυβέρνησης, επειδή τάχα
δε συνοδεύεται από μέτρα που θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη, είναι βέβαιο
πως γνωρίζουν πολύ καλά ότι από αυτού του είδους την ανάπτυξη οι μόνοι
που κερδίζουν είναι το μεγάλο κεφάλαιο και οι εκπρόσωποί του. Θέλοντας
όμως να εξουδετερώσουν την λαϊκή αγανάκτηση, να κάμψουν τις αντιδράσεις
των εργαζομένων, να κερδίσουν χρόνο, αντί για τη φάκα του εγκλωβισμού
στο σύστημα και της ακόμα μεγαλύτερης εκμετάλλευσης, «δείχνουν» το
τυράκι των υποτιθέμενων θέσεων εργασίας, που εδώ και χρόνια τις
υπόσχονται, αλλά δεν μπορεί να τις προσφέρει το σύστημά τους. Από τη
στιγμή που η ύπαρξη του κεφαλαίου στηρίζεται στην όλο και εντονότερη
εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, στην περισσότερη απλήρωτη εργασία,
στη μεγαλύτερη υπεραξία που καρπώνονται οι καπιταλιστές από το μόχθο
των εργαζομένων, είναι εντελώς αποπροσανατολιστικό και αντιδραστικό να
ταυτίζουμε την πολιτική της καπιταλιστικής ανάπτυξης με τα συμφέροντα
των εργαζομένων.
Τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών της
εργοδοσίας δεν μπορεί να ταυτίζονται με εκείνα των εκμεταλλευομένων
εργαζομένων. Κινούνται σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση. Και στο βαθμό
που κατανοηθεί ότι η κρίση που διανύουμε είναι μια οικονομική
καπιταλιστική κρίση, που αποκαλύπτει τα ιστορικά όρια του συστήματος,
πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι μοναδική προοπτική και διέξοδος για τις
λαϊκές μάζες στο σύνολό τους, είναι τελικά η απαλλαγή από το ίδιο το
σύστημα και τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του.
Του
Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΓΗ
Από το αυτί και... στην αγορά
Η
αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, το πέρασμα δηλαδή των
σχολείων στους δήμους, που αναμένεται να ανακοινώσει η υπουργός
Παιδείας, Α. Διαμαντοπούλου, ως τη νέα μεγάλη "μεταρρύθμιση" της
παιδείας, είναι ήδη γεγονός εδώ και δύο δεκαετίες σε πολλές χώρες της
Ευρώπης. Πολύ καλά γνωρίζουν... την κυρία αυτή οι Βρετανοί γονείς
υποβαθμισμένων περιοχών των οποίων τα παιδιά ανά πάσα στιγμή μπορεί να
βρεθούν στον δρόμο διότι το σχολείο τους κλείνει λόγω έλλειψης
χρημάτων. Αυτό το διάστημα έχουν πρόβλημα στη Γλασκώβη με 25 δημοτικά
σχολεία και νηπιαγωγεία να βάζουν λουκέτο και τους γονείς να κάνουν
καταλήψεις με σύνθημα "Save our schools" (ελληνιστί "Σώστε τα σχολεία
μας").
Και μόνο ότι η πολιτική της αποκέντρωσης ήρθε, όπως αναφέρεται σε
σειρά εκθέσεων και ερευνών, να αντικαταστήσει την πολιτική της
κοινωνικής δικαιοσύνης και των ίσων ευκαιριών, είναι αρκετό για να μας
πονηρέψει ως προς τους πραγματικούς της στόχους. Άλλωστε, δεν είναι
τυχαίο ότι άρθρα σε έγκυρα, διεθνή εκπαιδευτικά περιοδικά
αντιμετωπίζουν την αποκέντρωση ή την αυτονομία των σχολείων από την
κεντρική διοίκηση ως έναν από τους τρεις μηχανισμούς για την προώθηση
των πολιτικών της αγοράς στην εκπαίδευση. Οι άλλοι δύο είναι η
"ελεύθερη" επιλογή σχολείου και η χρηματοδότηση.
Παντού, η πολιτική της αποκέντρωσης συνοδεύεται με περικοπές
κονδυλίων, ανταποδοτικά τέλη, δημόσια χρηματοδότηση υπό όρους, και
άνοιγμα των σχολείων όχι στις τοπικές κοινωνίες, αλλά στις επιχειρήσεις.
Η αυτονομία των σχολείων, μεταξύ άλλων, μεταφράζεται σε "ελευθερία"
αναζήτησης ιδιωτικών πόρων. Στις περισσότερες χώρες, δηλώνεται
θριαμβευτικά στην τελευταία έκδοση του ευρωπαϊκού δικτύου Ευρυδίκη, τα
σχολεία "είναι ελεύθερα να συλλέξουν ιδιωτικά κεφάλαια".
Σύμφωνα με την έκδοση που φέρει τον τίτλο "Αριθμοί-Κλειδιά της
εκπαίδευσης στην Ευρώπη, οι χώρες των οποίων τα σχολεία απολαμβάνουν...
την ελευθερία της συγκέντρωσης δωρεών και χορηγιών είναι Βέλγιο,
Βουλγαρία, Τσεχία, Εσθονία, Ιρλανδία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Λετονία,
Λιθουανία, Ουγγαρία, Μάλτα, Αυστρία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβενία,
Σλοβακία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Λιχτενστάιν και Τουρκία. Στην
Ολλανδία και τη Φινλανδία τα σχολεία μπορούν να αναζητήσουν ιδιωτικά
κεφάλαια μετά από εξουσιοδότηση των τοπικών αρχών. Περιορισμένη
αυτονομία απολαμβάνουν η Πολωνία και η Νορβηγία, ενώ Γερμανία, Ελλάδα,
Κύπρος και Λουξεμβούργο είναι οι μόνες χώρες που δεν παρέχουν την
ελευθερία αυτής... της συλλογής. Πολύ σύντομα, ωστόσο, θα την
αποκτήσουμε καθώς τα σχολικά συμβούλια που θα κληθούν - με τις αλλαγές
- να λειτουργήσουν το νέο σχολείο του ΠΑΣΟΚ, αναλαμβάνουν την υποχρέωση
"να χρηματοδοτούν τη σχολική ζωή με εξασφάλιση και πρόσθετων πόρων".
Άλλωστε, όπως έχει δηλώσει ο Γ. Παπανδρέου, υπέρμαχος της αποκέντρωσης
εδώ και δεκαετίες, "πράγματι χρειάζεται επένδυση στην παιδεία. Δεν
πρέπει να φοβηθούμε να προσελκύσουμε και ιδιωτικό κεφάλαιο, με όρους
βεβαίως, μέσα σε ένα πλαίσιο προγραμμάτων".
Τι άλλες ελευθερίες δίνει αυτή η αυτονομία; Τα σχολεία μπορούν να
κάνουν leasing των εγκαταστάσεων τους, αλλά και να συνάπτουν δάνεια!
Πλήρη ελευθερία για leasing έχουν τα σχολεία σε Βέλγιο, Τσεχία,
Εσθονία, Ιρλανδία, Γαλλία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα,
Πορτογαλία, Σλοβενία, Σλοβακία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία και
Τουρκία.
Ευτυχώς, ελάχιστες είναι ακόμα οι χώρες όπου τα σχολεία έχουν την
ελευθερία να παίρνουν δάνεια. Πλήρη αυτονομία έχουν μόνο στο Βέλγιο και
την Ιταλία, ενώ περιορισμένη αυτονομία καταγράφεται στην Ιρλανδία και
στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Να σημειωθεί ότι η ελευθερία στη συλλογή πόρων δε σημαίνει και
ελευθερία στη διάθεσή τους. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τα
σχολεία μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα ιδιωτικά κεφάλαια που συλλέγουν
κυρίως για την απόκτηση κινητών αγαθών. Αυτό συμβαίνει σε Βέλγιο,
Βουλγαρία, Εσθονία, Ιρλανδία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Λετονία,
Λιθουανία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβενία, Σουηδία, Ηνωμένο
Βασίλειο, Λιχτενστάιν, και Τουρκία. Μόνο σε έξι χώρες μπορούν να
χρησιμοποιηθούν κεφάλαια για την απόκτηση ακινήτων και την απασχόληση
μη εκπαιδευτικού προσωπικού, ενώ σε πέντε χώρες, τα σχολεία-συλλέκτες
μπορούν να χρησιμοποιήσουν χρήματα από ιδιωτικούς πόρους για την
πρόσληψη εκπαιδευτικών.
Παρά τη μετατροπή των σχολείων σε συλλέκτες, στην έκδοση
διατυπώνεται... το παράπονο ότι η ιδιωτική χρηματοδότηση της
εκπαίδευσης παραμένει "περιθωριακή". Η εκπαίδευση χρηματοδοτείται σε
ένα μεγάλο βαθμό από δημόσιους πόρους. Συνολικά, η δημόσια
χρηματοδότηση καλύπτει τουλάχιστον το 75% του εκπαιδευτικού κόστους,
γεγονός που δυσαρεστεί σφόδρα την Ε.Ε. Εξ ου και η πικρία που προκαλεί
η διαπίστωση ότι μόνο πέντε χώρες είναι ελαφρώς κάτω από το μέσο όρο
των 27 ως προς το ποσοστό δημόσιας χρηματοδότησης της παιδείας. Ο μέσος
ευρωπαϊκός όρος είναι 87,5%. Πρόκειται για τη Βουλγαρία, τη Γερμανία,
την Κύπρο, τη Σλοβακία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η ιδιωτική
χρηματοδότηση εκπροσωπεί περισσότερο από το 15% στη Βουλγαρία, την
Κύπρο, την Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΓΗ
Διαφορές στους ρυθμούς αύξησης δημόσιου χρέους και ΑΕΠ
ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗ*
Πριν από ένα χρόνο, ένα άρθρο μας (βλέπει «Αυγή» της 18.1.2009), άρχιζε ως εξής:
«Τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι η ελληνική οικονομία δεν θα
επηρεαστεί σημαντικά από τη διεθνή χρηματοπιστωτική και οικονομική
κρίση, διαψεύδει το γεγονός ότι η ψαλίδα (spread) ανάμεσα στο επιτόκιο
το οποίο η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει για τα 10ετή ομόλογά
της στη διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά και στο αντίστοιχο γερμανικό
ομόλογο είναι η μεγαλύτερη ανάμεσα στα κράτη-κράτη της Ε.Ε. Αιτίες της
διαφοράς αυτής είναι από τη μια μεριά το υψηλό δημόσιο χρέος και
δημόσιο έλλειμμα και από την άλλη οι μεγάλες διαρθρωτικές αδυναμίες της
ελληνικής οικονομίας (χαμηλή ανταγωνιστικότητα, υψηλό έλλειμμα του
ισοζυγίου πληρωμών, αδυναμίες στην εκπαίδευση, τη δημόσια διοίκηση
κ.λπ.)».
Δυστυχώς τόσο ο εφησυχασμός της τότε κυβέρνησης και η πολιτική που
ακολούθησε όσο και η οξύτητα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης
επηρέασαν δραματικά την ελληνική οικονομία, όπως έδειξε η πρόσφατη
αναθεώρηση από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΕΣΥΕ) των
στοιχείων για το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) για την περίοδο
2005-2009 και ειδικότερα του 2009, στο οποίο αντί την αναμενόμενη
αύξηση σημειώθηκε μείωση όχι μόνο σε σταθερές αλλά και σε τρέχουσες
τιμές.
Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τη συνθήκη του Μάαστριχτ, το δημόσιο
έλλειμμα πρέπει να βρίσκεται κάτω από 3% και το δημόσιο χρέος κάτω από
το 60% του ΑΕΠ (όρια τα οποία, λόγω της διεθνούς οικονομικής κρίση,
έχουν ξεπεραστεί στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε.). Τα ποσοστά αυτά
δεν επηρεάζονται μόνο από την αύξηση του δημόσιου ελλείμματος και του
δημόσιου χρέους, αλλά και από την αύξηση του ΑΕΠ σε ευρώ σε τρέχουσες
τιμές. Συγκρίσιμα στοιχεία για το δημόσιο χρέος και το ΑΕΠ σε τρέχουσες
τιμές υπάρχουν στην τράπεζα δεδομένων της Στατιστικής Υπηρεσίας της
Ε.Ε., της Eurostat μόνο από το 1995 και μετά. Με βάση τα στοιχεία αυτά,
καθώς και τα αναθεωρημένα στοιχεία του των ετών 2005-2009 και την
εκτίμηση του δημόσιου χρέους για το 2009 που περιλαμβάνεται στην
εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού του 2010, μπορούμε να εκτιμήσουμε
τους δύο αυτούς παράγοντες στην αύξηση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού
του ΑΕΠ.
Στην 1η στήλη του Πίνακα που ακολουθεί δίνεται το δημόσιο χρέος σε
εκατ. ευρώ, στην 2η στήλη το ΑΕΠ σε εκατ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές και
στην 3η στήλη του δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ τα έτη 1995-2009.
Στο δεύτερο μέρος του Πίνακα δίνεται η μέση ετήσια αύξηση του δημόσιου
χρέους και του ΑΕΠ σε εκατ. ευρώ τις περιόδους 1995-2004 και 2004-2009
και στο τρίτο μέρος η μέση ετήσια ποσοστιαία αύξησή τους τις ίδιες
περιόδους.
Από το δεύτερο μέρος του Πίνακα φαίνεται ότι η μέση ετήσια αύξηση σε
ευρώ του δημόσιου χρέους την περίοδο 2004-2009 ήταν κατά 82% μεγαλύτερη
εκείνης την περίοδο 1995-2004, ενώ η αντίστοιχη αύξηση του ΑΕΠ ήταν
μόνο κατά 9,3% μεγαλύτερη. Από το τρίτο, όμως, μέρος του Πίνακα, σε
αντίθεση με το πρώτο μέρος, φαίνεται ότι η μέση ποσοστιαία αύξηση του
δημόσιου χρέους την περίοδο 2004-2009 ελάχιστα διέφερε από την
αντίστοιχη αύξηση την περίοδο 1995 -2004, ενώ αντίθετα η μέση ετήσια
ποσοστιαία αύξηση του ΑΕΠ την περίοδο 2004-2009 ήταν μικρότερη από το
ένα τέταρτο της αντίστοιχης αύξησης την περίοδο 1995-2004. Αυτή,
ακριβώς, η διαφορά (βλέπε 3η στήλη του τρίτου μέρους του Πίνακα) είναι
εκείνη που εκτόξευσε το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Πιο
συγκεκριμένα:
Αν το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές αυξανόταν την περίοδο 2004-2009 με τον
ίδιο ρυθμό που αυξανόταν την περίοδο 1995-2004, το ΑΕΠ σε τρέχουσες
τιμές θα ανερχόταν σε 291.180 εκατ. ευρώ και το δημόσιο χρέος ως
ποσοστό του ΑΕΠ σε 93,5%, ενώ αν αυξανόταν με τον ρυθμό της αύξησης του
την τετραετία 2004-2008, το ύψος του θα έφτανε σε 276.582 εκατ. ευρώ
και το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ σε 98,5%, δηλαδή ακριβώς στο
ίδιο ύψος στο οποίο βρισκόταν το 2004 (!).
Ανάλογες, αλλά πολύ μικρότερες σε έκταση, είναι και οι επιπτώσεις
στο δημόσιο έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ. Σύμφωνα με την εισηγητική
έκθεση του Προϋπολογισμού του 2010 το δημόσιο έλλειμμα το 2009
ανέρχεται σε 30.557 και οι εκτιμήσεις του ΑΕΠ του 2009 ήταν 240.150
εκατ. ευρώ και το δημόσιο έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν 12,7% (ή
12,9% με βάση το αναθεωρημένο ΑΕΠ του 2009). Αν το ΑΕΠ αυξανόταν με
τους ρυθμούς της περιόδου 1995-2004 το δημόσιο έλλειμμα ως ποσοστό του
ΑΕΠ θα ήταν 10,5%, ενώ αν αυξανόταν με τους ρυθμούς της τετραετίας
2004-2008, θα ήταν 11,0%.
Από την ανάλυση αυτή φαίνεται ότι η ανάπτυξη της οικονομίας, εκτός
από τις γενικότερες ευεργετικές επιπτώσεις (αύξηση του εισοδήματος,
μείωση της ανεργίας, αύξηση των φορολογικών εσόδων κ.λπ.) έχει πολύ
μεγάλες επιπτώσεις στο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ και σημαντικές
επιπτώσεις στο δημόσιο έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ. Κατά συνέπεια η
οικονομική πολιτική για τα επόμενα 5-10 χρόνια θα πρέπει να σχεδιαστεί
κατά τέτοιο τρόπο ώστε από τη μια μεριά η ελληνική οικονομία να βγει το
συντομότερο δυνατό από την ύφεση και να αρχίσει να αναπτύσσεται με
ικανοποιητικούς ρυθμούς, και από την άλλη να μειωθούν το δημόσιο
έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος κάτω από το 100%
του ΑΕΠ προκειμένου σε βάθος χρόνου να φτάσει το 60% του ΑΕΠ.
* Ο Μανόλης Γ. Δρεττάκης είναι πρώην αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ
ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ
Πέσαμε έξω 49,6 δισ. ευρώ σε 10 χρόνια
Κρυφό χρέος 62,5 δισ. ευρώ το οποίο δεν εγγράφεται στους προϋπολογισμούς της δεκαετίας 2000-2009
«Μαύρη τρύπα» 49,6 δισ. ευρώ είχαν οι προϋπολογισμοί του κράτους τη
δεκαετία 2000-2009, δηλαδή τα χρόνια αμέσως μετά την ένταξη της χώρας
μας στο ευρώ, ενώ την ίδια περίοδο το δημόσιο χρέος επιβαρύνθηκε με
62,5 δισ. ευρώ επιπλέον. Το χρέος αυτό έμεινε «κρυφό», με την έννοια
ότι δεν προκύπτει από τις εγγραφές στους επίσημους προϋπολογισμούς.
Στην πικρή αυτή αλήθεια για τη δημοσιονομική κατάρρευση της χώρας
καταλήγει μελέτη των κκ. Στ. Ζωγραφάκη , επίκουρου
καθηγητή στο Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης, Εργαστήριο
Πολιτικής Οικονομίας και Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης του Γεωπονικού
Πανεπιστημίου Αθηνών, και του καθηγητή Π. Σπαθή στο ίδιο τμήμα.
Τα στοιχεία προκαλούν «σοκ» και δικαιολογούν εν πολλοίς την κατάρρευση
των δημοσίων οικονομικών της χώρας. Από τη μελέτη προκύπτουν τα εξής:
* Η συνολική απόκλιση των μεγεθών του προϋπολογισμού της δεκαετίας
2000-2009, δηλαδή της περιόδου αμέσως μετά την ένταξή μας στο ευρώ,
ανέρχεται σε 49,6 δισ. ευρώ ή 5 δισ. ευρώ κατά μέσον όρο κάθε χρόνο.
Και αυτό προέκυψε ως εξής:
* Λιγότερα έσοδα, περισσότερες
δαπάνες: 43,2 δισ. ευρώ,
* Απόκλιση από χρεολύσια: 3,3 δισ. ευρώ,
*
Απόκλιση από εξοπλιστικά: 3,1 δισ. ευρώ.
Την περίοδο
2000-2003 κατά μέσον όρο τον χρόνο η απόκλιση των μεγεθών της κεντρικής
κυβέρνησης ήταν 1,4 δισ. ευρώ. Ωστόσο την περίοδο 2004-2009 η κατάσταση
εκτροχιάστηκε. Η απόκλιση κατά μέσον όρο έφθασε τα 6,2 δισ. ευρώ τον
χρόνο. Οπως επισημαίνουν οι καθηγητές, «θα περίμενε κάποιος τώρα η παραπάνω απόκλιση να ταυτίζεται με την απόκλιση του δημοσίου χρέους». Ελα όμως που (στην Ελλάδα) δεν ισχύει κάτι τέτοιο.
Μετρώντας την απόκλιση του δημοσίου χρέους της κεντρικής κυβέρνησης
έκπληκτοι διεπίστωσαν ότι για την περίοδο 2000-2009 έφθασε στα 112,1
δισ. ευρώ (11,2 δισ. ευρώ κατά μέσον όρο κάθε χρόνο). Με άλλα λόγια, αν
οι προϋπολογισμοί εκτελούνταν όπως ψηφίζονταν, σήμερα το δημόσιο χρέος
θα έπρεπε ήταν κατά 112,1 δισ. ευρώ μικρότερο (δηλαδή περίπου κατά
1/3!..).
Από την παραπάνω απόκλιση μόνο τα 49,6 δισ. ευρώ
είναι δυνατόν να ερμηνευθούν, ενώ 62,5 δισ. ευρώ έχουν προστεθεί στο
δημόσιο χρέος για άγνωστους λόγους. «Περισσότερα από 6 δισ. ευρώ κάθε χρόνο προσετίθεντο στο χρέος από δαπάνες που δεν καταγράφονται σε κανέναν προϋπολογισμό» αναφέρουν
οι δύο καθηγητές. Για τις ανάγκες της μελέτης η δεκαετία χωρίστηκε σε
δύο υποπεριόδους. Η πρώτη είναι η περίοδος 2000-2003 και η δεύτερη
αφορά το διάστημα 2004-2009.
 Σε
ολόκληρη την περίοδο 2000-2009, κατά μέσον όρο, κάθε χρόνο τα
φορολογικά έσοδα ήταν λιγότερα κατά 1,45 δισ. ευρώ (συνολική απώλεια
14,5 δισ. ευρώ). Ενώ την πρώτη περίοδο (2000-2003) τα φορολογικά έσοδα
ήταν περισσότερα από αυτά που είχαν προϋπολογιστεί (385 εκατ. ευρώ κατά
μέσον όρο κάθε χρόνο θετικό πλεόνασμα), τη δεύτερη περίοδο συνέβη
ακριβώς το αντίθετο. Την περίοδο 2004-2009 χάθηκαν 16 δισ. ευρώ (2,67
δισ. ευρώ κατά μέσον όρο κάθε χρόνο).
* Ποιοι όμως έπρεπε να
πληρώσουν και δεν πλήρωσαν; Σύμφωνα με τον πίνακα, τα 3,5 δισ. ευρώ
ήταν χρήματα από άμεση φορολογία, τα 1,9 δισ. ευρώ από φόρους στην
περιουσία και τα 10,9 δισ. ευρώ από ανείσπρακτο ΦΠΑ. Ολόκληρη η
απόκλιση της άμεσης φορολογίας οφείλεται σε απόκλιση του φόρου νομικών
προσώπων (επιχειρήσεων) και του φόρου στην πε ριουσία. Μάλιστα οι
μισθωτοί εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα φαίνεται να έχουν συνεισφέρει
περισσότερα έσοδα από τα προϋπολογισθέντα (146 εκατ. ευρώ κατά μέσον
όρο κάθε χρόνο).
Από τα ευρήματα οι συντάκτες της μελέτης καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «αν θεωρήσουμε πως οι φόροι περιουσίας κυρίως αναφέρονται στα πολύ υψηλά εισοδηματικά κλιμάκια, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι επιχειρήσεις (είτε με τον ΦΠΑ είτε με τον άμεσο φόρο νομικών προσώπων) και ορισμένες ομάδες με υψηλά εισοδήματα ωφελήθηκαν από τις παραπάνω αποκλίσεις των φορολογικών εσόδων. Οι “ωφέλειες” αυτών των ομάδων πολλαπλασιάστηκαν την περίοδο 2004-2009».
Οι δαπάνες
Η
απόκλιση στις πρωτογενείς δαπάνες κατά μέσον όρο κάθε χρόνο για όλη την
περίοδο ήταν 1,8 δισ. ευρώ. Συνολικά το κράτος δαπάνησε επιπλέον 18,5
δισ. ευρώ σε σχέση με αυτά που είχε προϋπολογίσει και ψηφίσει. Οι
σημαντικότερες αποκλίσεις εμφανίζονται στα παρακάτω μεγέθη: στις
αποδοχές και στις συντάξεις (261 εκατ. ευρώ κάθε χρόνο κατά μέσον όρο),
στις δαπάνες για ασφάλιση και περίθαλψη (914 εκατ. ευρώ), στις
καταναλωτικές και άλλες δαπάνες (214 εκατ. ευρώ). Στις αποδοχές και
στις συντάξεις οι αποκλίσεις ήταν μεγαλύτερες την πρώτη περίοδο, ενώ οι
άλλες δαπάνες που αφορούσαν περίθαλψη, ασφάλεια και λοιπές
καταναλωτικές οι αποκλίσεις ήταν μεγαλύτερες τη δεύτερη περίοδο.
Οι συντάκτες της μελέτης καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα φαίνεται ότι ωφελήθηκαν κατά 261 εκατ. ευρώ (ή συνολικά 2,3 δισ. ευρώ για όλη την περίοδο) είτε εξαιτίας πρόσθετων αυξήσεων των αποδοχών τους (ή των επιδομάτων τους) είτε εξαιτίας αύξησης του αριθμού τους. Για τις πρόσθετες δαπάνες στην ασφάλιση και περίθαλψη ένας μέρος μπορεί να αποδοθεί στη μεγαλύτερη αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων και στις μεγάλες δαπάνες στον τομέα της Υγείας.Ενα μέρος αυτών των “ωφελειών”» , αναφέρουν, «θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι πιθανόν να διοχετεύθηκαν στις ιδιωτικές επιχειρήσεις που σχετίζονται με την Υγεία (ιδιωτικά νοσοκομεία και εργαστήρια, ιδιώτες γιατροί, εταιρείες φαρμάκων και ιατρικού εξοπλισμού κ.ά.)».
Οσον αφορά τις δημόσιες επενδύσεις, τη δεκαετία 2000-2009 κατά μέσον
όρο δαπανούσαμε επιπλέον κάθε χρόνο 488 εκατ. ευρώ (4,8 δισ. ευρώ για
ολόκληρη την περίοδο). Η μεγαλύτερη απόκλιση καταγράφεται στην πρώτη
περίοδο και πιθανώς οφείλεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι επιχειρήσεις
(κυρίως κατασκευαστικές) θα πρέπει να είναι οι άμεσα «ωφελημένοι». Οσον
αφορά τα χρεολύσια και τα εξοπλιστικά, κατά μέσον όρο δαπανούσαμε
επιπλέον κάθε χρόνο περίπου 635 εκατ. ευρώ (6,35 δισ. ευρώ συνολικά).
|